impressions

impressions
warm autumn colours in Cologne

Freitag, 24. Februar 2012

CHLOE KOUTSOUBELI * ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Die Vorstellung 

 

Sie zogen von Stadt zu Stadt.

In einsamen Kellertheatern.
Unendlich das Repertoire
verschiedene Versionen des selben Stücks.
Ein blinder alter Mann ging seinem Schicksal nach
irgendwo stellte jemand eine Frage;
irgendwo hielt dies jemand nicht aus
ein Ende ging dem Ende zu
ein Schicksal erstarrte.
Im Bühnenbild gab es immer
eine Lampe mit fackelndem Licht
und ein Grammophon, das spielte
der Vereinsamung Lied.
Sie war die Hauptdarstellerin
nur dass sie immer Nebenrollen spielte
fürgewöhnlich die eines Baums, der am Ende niedergebrannt wird
einer Frau, die eine Tasse Tee trägt
einer Tulpe, die aus der Dunkelheit hervortaucht.
Die anderen Schauspieler sind Männer
Ein Don Quijote
trug eine Rüstung und stellte einen Ritter dar
ein anderer spielte nachdenklich Hamlet nach
schnupperte an einer Blume und ward bedächtig
andere waren Ringer
die im Ring kämpften
oftmals rezitierte der Souffleur
manche stritten sich virtuell
und andere begingen Selbstmord
von papiernen Balkonen aus.
Alle trugen ausnahmslos
die gleiche Maske
die einer dem anderen höflich
hinter den Kulissen übergab.
Bis eines Tages einer der Zuschauer
auf die Bühne stieg;
er stellte ihr gegenüber einen Stuhl
und schaute ihr in die Augen.
„Du schuldest mir eine Antwort“, sagte er.
„Auf welche Frage denn?“, fragte sie überrascht.
„Kannst du so sehr lieben,
dass es dir nichts ausmacht, geliebt zu werden?“
'Aus welchem Stück mag das bloß sein'
fragte sie sich panisch,
'und wo ist die entsprechende Maske?'
„Auf welche Art wirst du mir Schmerzen zufügen?
Werde ich erstochen oder Gift einnehmen?
Werde ich in einem Zug im Nebel fortgehen
oder verlässt du mich einsam in einem Puppenhaus?“
Der Mann antwortete nicht.
Er ging von der Bühne und schritt zum Ausgang.
Die Frau blieb kurz in der Schwebe
zog das Kleid mit den Spitzeneinsätzen aus
schminkte sich den Puder vom Gesicht ab
warf die high heels weg
und folgte ihm.
Hinter ihnen brach die Kulisse
krachend zusammen.


(in meiner Übertragung)





 

Η πάρασταση


Περιφέρονταν από πόλη σε πόλη.
Σε έρημα θέατρα καταγώγια.
Το ρεπερτόριο ανεξάντλητο
παραλλαγή στο ίδιο έργο. 
Κάποιος τυφλός γέρος έψαχνε την μοίρα του 
κάποιος κάπου έκανε μια ερώτηση 
κάποιος κάπου δεν το άντεχε
ένα τέλος τέλειωνε
ένα πεπρωμένο πέτρωνε.
Στα σκηνικά υπήρχε πάντα
μία λάμπα που τρεμόσβηνε 
κι ένα γραμμόφωνο που έπαιζε
ένα φθαρμένο τραγούδι εγκατάλειψης.
Αυτή ήταν πρωταγωνίστρια
μόνο που πάντα έπαιζε ρόλους δεύτερους
συνήθως ενός δέντρου που στο τέλος καίγεται
μιας γυναίκας που μεταφέρει ένα φλιτζάνι τσάι
μίας τουλίπας που αναδύεται μες το σκοτάδι.
Οι άλλοι ηθοποιοί ήταν άντρες
Ένας Δον Κιχώτης
φορούσε πανοπλία και έκανε τον ιππότη
άλλος στοχαστικά παρίστανε τον Άμλετ
μύριζε ένα λουλούδι και σκεφτόταν
άλλοι ήταν πυγμάχοι
που πάλευαν στο ρινγκ
πολλές φορές ο υποβολέας
απήγγειλε ποιήματα
κάποιοι μάλωναν εικονικά
και κάποιοι αυτοκτονούσαν
από χάρτινα μπαλκόνια.
Όλοι όμως ανεξαιρέτως
φορούσαν την ίδια μάσκα
που ο ένας ευγενικά παραχωρούσε στον άλλο
στα παρασκήνια.
Ώσπου μια μέρα ένας από τους θεατές
ανέβηκε στο πάλκο 
έστησε μία καρέκλα απέναντί της
και την κοίταξε στα μάτια.
-«Μου χρωστάς μία απάντηση», της είπε.
-«Σε ποια ακριβώς ερώτηση», ρώτησε έκπληκτη αυτή.
-«Μπορείς να αγαπήσεις τόσο»  
«που να μην σε νοιάζει αν αγαπηθείς;»
-«Από ποιο έργο είναι αυτό»
αναρωτήθηκε πανικόβλητη αυτή,
«που είναι η μάσκα που πρέπει να φοράς,
με ποιο τρόπο θα με κάνεις να πονέσω,
θα μαχαιρωθώ ή θα πάρω δηλητήριο
θα φύγω με ένα τρένο μέσα στην ομίχλη
ή θα με εγκαταλείψεις μέσα σε κουκλόσπιτο;»
Ο άντρας όμως δεν απάντησε.
Κατέβηκε από την σκηνή και προχώρησε στην έξοδο.
Η γυναίκα έμεινε για λίγο μετέωρη
έβγαλε το φόρεμα με τις δαντέλες
σκούπισε την πούδρα από το πρόσωπο
πέταξε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια
και τον ακολούθησε.
Πίσω τους τα σκηνικά κατέρρευσαν
με θόρυβο.

Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen