impressions

impressions
poppies in Cologne

Sonntag, 26. Mai 2013

YANNIS EFTHYMIADIS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ


Ich wachte auf und liebte den Gedanken, an dich zu denken.
Manche Menschen tauchen ihre Hand ins Blut, andere aufs Papier, andere wiederum in ihr Gehirn. Ich aber lebe, ganz einfach.
Man sagt: “Schau, er ist bekleidet mit Licht und seiner Selbstgefälligkeit.” Oder auch: “Er ist besessen!... Er schreibt Gedichte.”
Ich aber sage: “Ich lebe, ganz einfach.” Und ich lebe, damit ich dich an den Rand eines riesigen Meers zerre, nur um deinen erstaunten Blick neben der Sehnsucht zu betrachten.
Du sagst: “Ich liebe dich” und andere ähnliche dummen Worte.
Ich aber sage einfach: “Ich lebe, bis ich sterbe”.



(in meiner Übertragung)







Ξύπνησα και αγαπούσα τη σκέψη ότι σε σκέφτομαι.
Μερικοί βουτάνε το χέρι τους στο αίμα, άλλοι στο χαρτί, κάποιοι στο μυαλό τους. Εγώ απλά ζω.
Λένε: «Κοίτα, ντυμένος με το φως και την αυταρέσκειά του.» Ή λένε: «Έχει κι εκείνη την τρέλα!... Γράφει ποιήματα.»
Εγώ λέω: «Απλά ζω». Και ζω για να σε σέρνω στην άκρη μιας πελώριας θάλασσας μόνο για να κοιτάζω το σαστισμένο βλέμμα σου δίπλα στον πόθο.
Εσύ λες: «Σ’ αγαπώ» και άλλες παρόμοιες σαχλοκουβέντες.
Εγώ απλά λέω: «Ζω, μέχρι να πεθάνω».


(η φωτογραφία είναι δική μου - das Foto stammt von mir)

Donnerstag, 2. Mai 2013

MARIA TSIRAKOU * ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ


IN DER KLAMMER DES TAGES

Du, rechnetest den Durchmesser der Null aus
als du auf den Bus wartetest – Haltestelle Ecke –
morgendliche Müdigkeit deines Lebens
Alltag nennen wir es,
weil wir es nicht ertragen, es anders zu bezeichnen.
Resignation vielleicht?

Du, betrachtetest den Trubel in der Stadt
in dir fühlten sich gestört die unerfüllten Wünsche und kämpften
sollen wir schon wieder mit der alten Leier anfangen?
Ja, wir sollten es tun,
weil du den Trubel deines Selbst ablehnst.
Hast du ihn je im Spiegel betrachtet?

(Es erfrischte sein Gesicht
mit einem Lächeln, mit einem „Guten Morgen“.
Murmelte jenes gemeine „Das Leben ist schön“.
Ging, betrachtete,
erlebte, lebte, Moment für Moment
gebar er sein Glück).

Du, hysterisch multipliziert,
wartest gedankenverloren auf den Bus – Haltestelle Ecke –
erneut, abendliche Müdigkeit deines Lebens

Denn, während du den Durchmesser der Null ausrechnetest,
sahst ihn nicht, in der Klammer des Tages.


(in meiner Übertragung)




ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Εσύ, μετρούσες τη διάμετρο του μηδενός
περιμένοντας το λεωφορείο – στάση γωνία –
κούραση πρωινή της ζωής σου
καθημερινότητα το λέμε,
γιατί δεν αντέχουμε να το πούμε αλλιώς.
Παραίτηση μήπως;

Εσύ, κοιτούσες την κίνηση της πόλης
πάλευαν ενοχλημένα τα απωθημένα σου
πάλι τα ίδια να λέμε;
Ναι, θα τα λέμε,
γιατί αρνείσαι την κίνηση του εαυτού σου.
Τον παρατήρησες ποτέ στον καθρέφτη;

(Εκείνος, δρόσισε το πρόσωπό του
με ένα χαμόγελο, με μια «καλημέρα».
Μουρμούρισε κοινότοπα «η ζωή είναι ωραία».
Περπατούσε, παρατηρούσε,
βίωνε, ζούσε, στιγμές-στιγμές
την ευτυχία του γεννούσε).

Εσύ, υστερικά πολλαπλασιασμένος,
περιμένεις αφημένος το λεωφορείο – στάση γωνία –
ξανά, κούραση βραδινή της ζωής σου

Γιατί ενώ μετρούσες τη διάμετρο του μηδενός
δεν είδες, στην παρένθεση της μέρας, εκείνον.

(από την συλλογή: «επιΣτροφή από την απόΣταση, εκδ. Μανδραγόρας, 2012)