impressions

impressions
spring in Cologne March 2020 foto by s.g.

Samstag, 23. Mai 2020

NIKOS KYRIAKIDIS * ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ


DIE SEUCHE UND DIE STADT
(GLEICHENDEND)

Siehst du es?
Es kriecht ohne Beine in sein Loch
Es freut sich
Hörer von Beschreibungen über die Seuche umher.
Etwas, das ihn niemals treffen wird
Träume, woher sollten sie kommen…
Zu Gespenst geworden bei der ewigen Schlaflosigkeit
Kein Sturm nähert sich ihm.
Und er –
Beneidet den Bären
Ob des ruhigen Schlafs in seinem Bau.
Ob der Würde beim Hungern, ob der Abscheu des Versteckens.
Der Vater der jungen Frau
trat eine lange Reise an, um jenen zu suchen, der mit seinem Speichel
Seine zukünftigen Enkelkinder angesteckt hat
All dies vergeblich.
Sprich nicht mehr von Euthanasie
Soll ich dir sagen, was ich meine?
Sie trafen sich einst in einer braunen Stadt
Das Nichts
Der Passant
Und eine verbitterte Maid mit Pickeln


(in meiner Übertragung)



Nicolas Poussin: La Peste d' Asdod, Louvre


Η ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ
(ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΚΤΟ)

Το βλέπεις;
Σέρνεται χωρίς πόδια στη τρύπα του
Χαίρεται
Ακροατής περιγραφών, για το θανατικό τριγύρω.
Κάτι που δεν θα ‘ρθει ποτέ να τονε βρει
Όνειρα, από που να φτάσουν...
Στοιχειωμένος στην αιώνια αϋπνία
Καμιά τρικυμία δεν τον πλησιάζει.
Κι αυτός –
Ζηλεύει την αρκούδα
Με την ηρεμία του ύπνου στο λαγούμι της.
Την αξιοπρέπεια στην πείνα, την απέχθεια στο κρύψιμο.
Ο πατέρας της κοπέλας
Κάνοντας ολόκληρο ταξίδι, ψάχνει αυτόν που με το σάλιο
Μόλυνε τους αυριανούς του εγγονούς
Μάταια, όλα αυτά.
Μη ξαναμιλήσεις για ευθανασίες
Να σου πω, τι νομίζω;
Συναντήθηκαν κάποτε σε πόλη καφετιά
Το τίποτε
Ο περαστικός
Κι ένα πικρό κορίτσι με σπυριά


[γραμμένο κάπου γύρω στο 2012 και δημοσιευμένο στο blog Στιγμές]

Sonntag, 22. März 2020

ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ * FRIEDRICH HÖLDERLIN


Υπερίωνος Άσμα της μοίρας

Περιφέρεστε εκεί πάνω στο φως
σε έδαφος απαλό, μακάριες διάνοιες!
Λαμπεροί άνεμοι θεϊκοί
σας αγγίζουν ελαφρώς
όπως καλλιτέχνιδας δάχτυλα
τις χορδές τις άγιες.

Δίχως μοίρα, ωσάν το κοιμώμενο
βρέφος, αναπνέουν οι ουράνιοι
Με εγκράτεια φυλαγμένο
μες σε λιτά βομβύκια,
ανθεί εις τους αιώνες των αιώνων
το πνεύμα τους,
και οι μακάριοι οφθαλμοί
κοιτούν με σιωπηλή
αιώνια διαύγεια.

Μα για εμάς είναι γραφτό
να μην ξαποστάσουμε πουθενά,
Σβήνουνε, πέφτουν
οι πολύπαθοι άνθρωποι
απερίσκεπτα από τη μια
στιγμή στην άλλη,
σαν το νερό που πέφτει
από μια σκόπελο στην άλλη,
χρόνια ολόκληρα στο άγνωστο.

*από το επιστολογραφικό του μυθιστόρημα «Υπερίων ή Ο ερημίτης στην Ελλάδα»


(σε δική μου μετάφραση)




Hyperions Schicksalslied*

Ihr wandelt droben im Licht
Auf weichem Boden, selige Genien!
Glänzende Götterlüfte
Rühren euch leicht,
Wie die Finger der Künstlerin
Heilige Saiten.

Schicksallos, wie der schlafende
Säugling, atmen die Himmlischen;
Keusch bewahrt
In bescheidener Knospe,
Blühet ewig
Ihnen der Geist,
Und die seligen Augen
Blicken in stiller
Ewiger Klarheit.

Doch uns ist gegeben,
Auf keiner Stätte zu ruhn,
Es schwinden, es fallen
Die leidenden Menschen
Blindlings von einer
Stunde zur andern,
Wie Wasser von Klippe
Zu Klippe geworfen,
Jahr lang ins Ungewisse hinab.


*aus dem Briefroman „Hyperion oder Der Eremit in Griechenland“