impressions

impressions
warm autumn colours in Cologne

Donnerstag, 29. Dezember 2011

ARJYRIS CHIONIS - ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ (22.4.1943 - 25.12.2011)

DA SIND ZWEI MENSCHEN, der eine hält ein Messer in der Hand, der andere ohne Waffe.

Derjenige mit dem Messer sagt zum anderen: „Ich werde dich töten“.
Aber warum?“ fragt der ohne Waffe, „was hab ich dir angetan? Wir sehen uns doch zum ersten Mal. Weder kenne ich dich noch du mich.“
Genau deswegen werde ich dich töten. Würden wir uns kennen, hätte sein können, dass ich dich liebe“, sagt der mit dem Messer.
Oder aber auch mich hassen“, sagt der ohne Waffe, „mich so sehr hassen, dass du mich mit großer Freude töten würdest. Warum solltest du ein solches Vergnügen entbehren? Komm, lass uns einander kennenlernen.“
Und wenn ich dich lieben lerne“, beharrt der mit dem Messer, „was macht dann dieses Messer?“
Oh, hab keine Angst“, sagt der ohne Waffe, „sogar die Liebe kann töten. Und dann ist das Vergnügen noch größer.“


(in meiner Übertragung)








ΕΙΝΑΙ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: «Θα σε σκοτώσω».
«Μα γιατί», ρωτά ο άοπλος, «τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις».
«Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν μπορεί να σ' αγαπούσα», λέει αυτός με το μαχαίρι.
«Ή και να με μισούσες», λέει ο άοπλος, «να με μισούσες τόσο που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε».
«Κι αν σ' αγαπήσω», επιμένει ο οπλισμένος, «αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;»
«Ω, μη φοβάσαι», λέει ο άοπλος, «σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και, τότε, είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση».

(από τα Aσήμαντα περιστατικά)

Dienstag, 20. Dezember 2011

YIANNIS EFTHYMIADIS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ

Die Wörter sind Geist, sie sind der Geist des Gedichts.
Unfassbarer, undenkbarer Geist, der in meinem,
in deinem Hirn tanzt. Die Stimme ist der Körper.
Eine exquisite Stimme
ist der begehrte Körper des Gedichts
sensorische Schauder auf ihr geritzt
an den Flanken,
an den Fingerspitzen,
an der besten Membran ihrer Haut.
Nur bleiben meine Worte faltenfrei,
und doch altert deine Stimme und damit
auch der Körper meines Gedichts. Welcher Geist wünschte je
in einem gealterten Körper zu wohnen?
Und wie wenig oder unmöglich ist eine Reinkarnation?
Niemals, wird ein Körper wie deine Stimme in mir sein.


(aus der Sammlung: BRIEFE AN DEN PRINZEN - in meiner Übertragung)







 
Οι λέξεις είναι πνεύμα, είναι το πνεύμα του ποιήματος.
Άπιαστο πνεύμα, ασύλληπτο, χορεύει μέσα στο μυαλό μου,
στο μυαλό σου. Η φωνή είναι το σώμα.
Μια εξαίσια φωνή
είναι το ποθητό σώμα του ποιήματος
... με χαραγμένα πάνω της αισθητήρια ρίγη
στους λαγόνες,
στ’ ακροδάχτυλα,
στο πιο κρουστό της δέρμα.
Μόνο που μένουν αρυτίδωτα τα λόγια μου,
κι όμως γερνάει η φωνή σου και μαζί
το σώμα του ποιήματός μου. Ποιο πνεύμα θέλησε ποτέ
να κατοικήσει σε γερασμένο σώμα;
Και πόσο λίγη ή και ανέφικτη είναι μια μετενσάρκωση;
Ποτέ, κανένα σώμα δεν θα ’ναι όπως η φωνή σου μέσα μου.
 
(από τα ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΡΙΓΚΙΠΑ)

Samstag, 17. Dezember 2011

NIKOS KOFIDIS - ΝΙΚΟΣ ΚΩΦΙΔΗΣ


Abwesenheiten - Anwesenheiten


Du fürchtest dich
wovor?
Du sprichst
schweigst
weinst
in dunklen Kammern
wehklagst die Zeit
die du verschenkst
indem du dich selbst tötest,
du ballst die Fäuste
ich steh es durch,
nein,
Flüstern
Schreien
leerer Blick
tote Schritte,
im leeren Zimmer
auf und ab
auf und ab
leere Wände
Licht,
nirgends Licht,
du nagelst den Schmerz
auf den Boden,
weihst ihn mit Tränen...
einen Moment lang
beleuchtet ein Lichtstrahl
den Bilderrahmen
eine Tochter darin
eine Ehefrau
lächelt dich an,
es könnte auch ein Vogel sein
oder ein Frosch
nicht von Bedeutung
du bist nicht allein...

du sprichst
schweigst
du fürchtest dich
erstickst die Liebes-Sehnsucht
in falsche Atemzüge,
virtuelles Leben
Abwesenheiten
du entblößt die Brust
und Scham saugt an der Warze
es schmerzt
es schmerzt
so lass doch endlich los
erlaube der Liebe zu saugen
erlaube dem Leben zu saugen
sei stolz,
ich lebe
so wie ich es will
ich merke mir die Anwesenheit
jener, die ich liebe,
du bist hier
reich mir deine Hand
ich liebe dich.


(in meiner Übertragung)


foto: sophia georgallidis


Απουσίες - Παρουσίες


Φοβάσαι,
τι φοβάσαι,
μιλάς
σωπαίνεις
κλαίς,
σε σκοτεινές κάμαρες,
μοιρολογείς τον χρόνο
που χαρίζεις
σκοτώνοντας τον εαυτό σου,
σφίγγεις τις γροθιές
θ'αντέξω,
όχι,
ψύθιρος
κραυγές
άδειο βλέμμα,
βήματα νεκρά
στο άδειο δωμάτιο,
πάνω-κάτω
πάνω-κάτω,
άδειοι τοίχοι,
φως,
πουθενά φώς,
καρφώνεις τον πόνο
στο πάτωμα,
τον καθαγιάζεις με δάκρυα,..
κάποια στιγμή
μιά δέσμη
φωτίζει ένα καδράκι,
μιά κόρη μέσα του
μιά κυρά
σου χαμογελα,
μπορεί και να είναι πουλί,
ή πάλι ένα βατράχι
τι σημασία έχει
δεν είσαι μόνος,..

μιλάς,
σωπαίνεις,
φοβάσαι
τι φοβάσαι,
πνίγεις τους έρωτες
σε ψεύτικες ανάσες,
ζωή εικονική,
απουσίες,
ανοίγεις τα στήθη
στην ρόγα βυζαίνει η ντροπή,
πονάς,
πονάς,
ξέσπασε επιτέλους
άσε να βυζάξει ο έρωτας
άσε να βυζάξει η ζωή
περηφανέψου,
ζώ,
όπως θέλω,
αυτών που αγαπώ
παίρνω παρουσίες,
είσαι εδώ
δόσ μου το χέρι σου
σ'αγαπώ.

Dienstag, 13. Dezember 2011

RAINER MARIA RILKE


Μέρα φθινοπωρινή

Κύριε, ήρθ' ο καιρός. Πολύ μακρύ το καλοκαίρι.
Κάλυψε με τη σκιά σου του ήλιου τα ρολόγια,
και στους λειμώνες τ' ουρανού αμόλυσε ανέμους.

Δώσ' εντολή στους τελευταίους καρπούς να ωριμάσουν
δώσε τους ακόμα δυο νοτιότερες ημέρες,
στρίμωξέ τους να ολοκληρωθούν, κι εσύ
κυνήγα την ύστερη γλύκα του βαριού κρασιού.

Όποιος τώρα σπίτι δεν έχει, ποτέ του δεν θ' αξιωθεί να χτίσει.
Κι όποιος μονάχος είναι, μονάχος για πολύ καιρό θα μείνει
θα αγρυπνά και θα διαβάζει και γράμματα μακροσκελή θα γράφει
στις λεωφόρους ανήσυχος θα τριγυρνά
όταν τα φύλλα ξεμυτίσουν στα κλαριά.


(η μετάφραση δική μου)







Herbsttag


Herr, es ist Zeit. Der Sommer war sehr groß.
Leg deinen Schatten auf die Sonnenuhren,
und auf den Fluren lass die Winde los.

Befiehl den letzten Früchten, voll zu sein;
gib ihnen noch zwei südlichere Tage,
dränge sie zur Vollendung hin, und jage
die letzte Süße in den schweren Wein.

Wer jetzt kein Haus hat, baut sich keines mehr.
Wer jetzt allein ist, wird es lange bleiben,
wird wachen, lesen, lange Briefe schreiben
und wird in den Alleen hin und her
unruhig wandern, wenn die Blätter treiben.