impressions

impressions
warm autumn colours in Cologne

Sonntag, 22. Juni 2014

JORGOS VLACHAKIS * ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΧΑΚΗΣ



Sie versteinerte.
Das war gar nicht ihre Absicht.
Doch die Jahre des Wartens
tropften auf sie.
Langsam... ganz langsam...
Am Anfang gefielen ihr
diese Tropfen.
Dann gewöhnte sie sich an sie.
Sie sagte sich, es war ihr Schicksal
Stein zu werden.
Und sie schwieg.
Nur allabendlich
erzählte sie den Winden Märchen
damit sie einschlafen.
So lernten die Menschen sprechen.
Indem sie hörten, wie die Winde
ihre Wörter widerhallen
hinter verriegelten
Fenstern.
Nun
genießt sie
das Salz
das sich in ihrem Innern
eingenistet hat
und wartet darauf
Sand zu werden.

*****

Πέτρωσε.
Δεν το θέλησε.
Μα τα χρόνια της αναμονής
στάλαζαν πάνω της.
Αργά …αργά…
Στην αρχή της άρεσαν
τούτες οι σταγόνες.
Μετά τις συνήθισε.
Είπε πως μοίρα της
ήταν να γίνει πέτρα.
Και σιώπησε.
Τα βράδια μόνο
έλεγε παραμύθια στους αέρηδες
για να κοιμηθούνε.
Έτσι οι άνθρωποι
έμαθαν να μιλάνε.
Ακούγοντας τους αέρηδες
να ηχούν τις λέξεις της
πίσω από τα κλειστά
παράθυρα,
Τώρα
γεύεται
το αλάτι
που έχει φωλιάσει
μέσα της
περιμένοντας
να γίνει άμμος.


foto: Tortoise, Spuren im Sand


Durchsichtiger Sand
deine Schritte.
Ich folgte ihren Spuren.

Und sah die
weiße Linie
deines Schlafs.
Ich schwieg
bei deinem plötzlichen Lächeln.
Und deine Atemzüge
waren kleine Male
auf mir.
Ein Klumpen aus Erde
das Stöhnen deines Orgasmus.

Dann
hüllte ich mich ein
in den Rauch der
Nacht
die einen regnerischen Tag
ankündigte
auf deinen Augenlidern.

Später nahm ich einen Schwamm
und spülte sie aus.
Ich warf den Schwamm weg
soweit ich nur konnte.
Und er wurde eine Seerose.
Auf ihr quackt nun
ein verliebter Frosch.

*****

Άμμος διάφανη
τα βήματά σου.
Ακολούθησα τα χνάρια τους.

Κι είδα τη
λευκή γραμμή
του ύπνου σου.
Σώπασα στο
ξαφνικό χαμόγελό σου.
Κι ήταν
στίγματα μικρά
οι ανάσες σου
πάνω μου.
Σβώλος από χώμα
το βογγητό του οργασμού σου.

Έπειτα
τυλίχτηκα
τον καπνό της
Νύχτας.
που χρησμό διαλαλούσε
για μέρα βροχερή
πάνω στα βλέφαρά σου.

Πήρα αργότερα ένα σφουγγάρι
και τα ξέπλυνα.
Πέταξα το σφουγγάρι
όσο πιο μακριά μπορούσα.
Κι έγινε νούφαρο σε μια λίμνη.
Που πάνω του κοάζει
ένας ερωτευμένος βάτραχος.


 foto: Sophia Georgallidis



Viel später,
wenn über ihm bereits vorbeigegangen sein wird
das mit gelben Blättern vermengte und
durch die ersten Regen ausgespülte Salz,
wird er in den Taschen seines Mantels
eine alte Fahrkarte finden.
Eine von jenen
worauf keine Strecke verzeichnet ist.

Überrascht wird er feststellen,
wenn er sie umdreht, dass darauf geschrieben sind
die Wörter “Mythridates du hast dich verspätet.........”
Er wird lächeln,
denn er mag es, den Frühling
so zu nennen...

Er wird die unendlichen Punkte des Schweigens streicheln.
Und sie an den Regen ausbreiten ...

Und da wird es Frühling.
Einer von denen, die aufgeblühte
Dornen mit sich tragen.
Und ihre Meere widerstehen
trotzig
den Wellen, die sie geboren haben.

Er wird sich beugen, um in den Frühling einzudringen.

Und dieser wird ihn als einen Fremdkörper empfinden.

Und ihn zu Erde umwandeln.

Mit dem strengen Gebot
von seinen Lippen erteilt,
auf ihn sollen fallen
die Blätter der gezupften Margeriten.

Und die Winde soll er halten
in den Wurzeln
einer kleinen, roten Mohnblume.

Und er wird traurig sein
wenn
er sie nicht mehr
halten
wird können.

*****

Πολύ αργότερα,
όταν θα έχουν περάσει από πάνω του
το αλάτι, το ανακατωμένο με κίτρινα φύλλα,
το ξεπλυμένο από τις πρώτες βροχές,
θα ψάχνει τις τσέπες του παλτού του
και θα βρει ένα παλιό εισιτήριο.
Από κείνα
που δε γράφουν τη διαδρομή.

Έκπληκτος, γυρίζοντας το από την άλλη,
θα δει πως θα έχει πάνω του
γραμμένες τις λέξεις "Mυριθάλδη άργησες........"
Θα χαμογελάσει,
γιατί έτσι του αρέσει να λέει
την Άνοιξη ...

Θα χαϊδέψει τα ατέλειωτα αποσιωπητικά.
Και θα τ' απλώσει στη βροχή ...

Και τότε θα γίνει μια Άνοιξη.
Από κείνες που χουν λουλουδιασμένα
αγκάθια.
κι οι θάλασσες τους αντιστέκονται
πεισματικά
στα κύματα που τις γέννησαν.

Θα σκύψει για να μπει μέσα της.

Και κείνη η Άνοιξη θα τον δει ως παρείσακτο.

Και θα τον κάνει χώμα.

Με την προσταγή, την άγρια
βγαλμένη από τα χείλια της,
ν’ ακουμπούν πάνω του
τα πέταλα από τις μαδημένες μαργαρίτες.

Και να κρατάει τους ανέμους
μέσα στις ρίζες
μιας μικρής κόκκινης παπαρούνας.

Θα λυπηθεί τότε
όταν
δεν θα μπορέσει
να τους
κρατήσει.


[- και τα τρία ποιήματα είναι από την συλλογή του «Γράμματα στην Αάβησαρ», εκδ. Ζάθεον Πυρ, 2014.
- die Übertragung ins Deutsche habe ich besorgt]

Montag, 9. Juni 2014

ARGYRIS SFOUNTOURIS * ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΦΟΥΝΤΟΥΡΗΣ


GEBET

so hell das Licht
um so dichter die Finsternis -
Wie sollte ich vergessen?

Die dezimierte Erde
bezeugte es,
die Steine schrien es heraus,
die Blätter flüsterten es,
die Vögel besangen es.

Und wie das Lamm
traurig blökt
wenn es nach der Mutter ruft
so schickten die Seelen
eine Fürbitte

So dicht die Finsternis -
Wie sollte ich vergessen?

Einer Zypresse gleich steh' ich da
ungebeugt,
unbeugsam
inmitten der Gräber.
Auf ihren Steinen
flackert
erschrocken noch
die Flamme
im Öllämpchen der Hoffnung -

Wo ist die Sühne
um noch etwas Öl
hinzuzufügen,
bevor es ausgeht?


(in meiner Übertragung)



foto: Sophia Georgallidis (Fragment aus der Marmorgedenktafel im Mausoleum in Distomo)



ΔΕΗΣΗ

Όσο λαμπρό το φως
τόσο πυκνό το σκότος -
Πώς να ξεχάσω;

Τ' αποδεκατισμένα χώματα
το λέγανε,
το φώναζαν οι πέτρες,
τα φύλλα το ψιθύριζαν,
το κελαϊδούσαν τα πουλιά.

κι όπως τ΄αρνί
βελάζει λυπηρά
όταν τη μάνα κράζει
στέλνανε οι ψυχές
παράκληση...

Τόσο πυκνό το σκότος -
Πώς να ξεχάσω;

Σαν κυπαρίσσι στέκομαι
αλύγιστος,
ακλόνητος
ανάμεσα σε τάφους.
Πάνω τους
τρεμοσβήνει
τρομαγμένη ακόμα
η φλόγα
στης ελπίδας το καντήλι -

Πού είν' η εξιλέωση
να συμπληρώσει,
πριν σωθεί τελείως,
λίγο λάδι;


(από τη συλλογή «Τα Διστομίτικα», Εναλλακτικές εκδόσεις, 1994)

Samstag, 7. Juni 2014

ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΡΟΜΠΦ * JÜRGEN ROMPF




Distomo: old school, now archeological museum

Στο σχολείο

Εκεί εκτελέστηκαν
οι άντρες που οι Γερμανοί
είχαν συλλάβει το πρωί
           Πεινασμένοι ήσαν και διψασμένοι
Μια μάνα είχε απλώσει τα χέρια
με το παιδί της
στον αλυσοδεμένο πατέρα
           για τον τελευταίο ασπασμό
Όταν ήχησαν οι σφαίρες,
ένα χελιδόνι πέταξε
πάνω από τα πτώματα
           Δεν ξαναγύρισαν ποτέ
Το δείλι πείνασαν τα πρόβατα
στα μαντριά
και τα φυτά ξεράθηκαν
           στους αγρούς

***

An der Schule

Dort wurden erschossen
die von den Deutschen am Morgen
gefangenen Männer
           Hungrig waren sie und durstig
Eine Mutter hatte ihr Kind
dem gefesselten Vater
noch einmal zum Abschied
         gereicht
Als die Schüsse verhallten,
flog eine Schwalbe über die
Leichen hinweg
          Sie kehrten nie wieder
Am Abend hungerten die Schafe
in den Ställen
und es vertrockneten die Pflanzen
           auf den Feldern


το καμπαναριό του Αγίου Νικολάου στην πάνω πλατεία



Παραμονή

Ξανά οι καμπάνες χτυπούν,
καλώντας στη λειτουργιά.
Διαπερνούν το φως
          σχίζουν τη σιωπή.
Ένα δροσερό αεράκι πιάνει
το τραγούδι
και το πάει σ' όλη τη χώρα
Γλυκά μελίσματα
που τα κουβαλούν μπάσοι
ξεσκίζει το παραπέτασμα
ένας τενόρος σε υψηλές νότες
σταύρωση, θάνατος
και θλίψη βαθιά
          Όμως κανένας θρίαμβος.
Ένα δροσερό αεράκι πιάνει
την ανάσα
των προσευχομένων
Ακόμα
την κρατά

***

Vorabend 
 
Noch einmal die Glocken,
die läuten zur Messe.
Sie brechen das Licht
           zerreißen die Stille.
Ein kühler Wind nimmt
auf den Gesang
und trägt ihn ins Land
Helle Melismen von
Bässen getragen
Vorhang zerreißend
ein hoher Tenor
Kreuzigung, Tod
und tiefes Leid
           Doch keinen Triumph.
Ein kühler Wind nimmt
auf den Atem
der Betenden
Er nimmt ihn
noch lange



λινοτυπία του Αντώνη Κανά




Άυπνη η νύχτα

του Μαρίνου Σιγούρου


Περιφέρεται εδώ κι εκεί, συναντά
τον γέροντα.
Που τα χέρια του είναι αδειανά.
Περπατούν μαζί
στους νυχτερινούς δρόμους.
Ακούν μηχανές, κι έπειτα πυροβολισμούς
κι ύστερα κραυγές που δεν θα σταματήσουν
ποτέ.
Μυρωδιά καμμένου από το απέναντι σπίτι
όπως όλα, φευγάτη κι αυτή
           σκάβει και χώνεται βαθιά μέσα στη μνήμη
Κι ύστερα βλέπει τα παιδιά
που επέζησαν τη μέρα τούτη
Μικρές σκιές
γονατισμένες
δίπλα στα πτώματα
της μάνας και του πατέρα
Κοιτά κατάματα τον γέρο
           Τώρα μπορεί να το αντέξει
Όχι, δεν είναι τρέλα
Μίσος βλέπει εν μέρει
(μέρος του εγκλήματος κι αυτό)
Μα πάνω απ' όλα νοιώθει
           τη θλίψη


Μαρίνος Σιγούρος, συγγραφέας του διηγήματος με τον τίτλο «Το πανηγύρι του θανάτου στο Δίστομο», στον τόμο (στα Γερμανικά): «Η Αντιγόνη ζει», νεοελληνικά διηγήματα, επιμέλεια έκδοσης: Μέλπω Αξιώτη και Δημήτρης Χατζής, εκδόσεις Verlag Volk und Welt, Βερολίνο 1961

***

Schlaflos die Nacht

für Marinos Sigouros


Er wandert umher, begegnet
dem Alten.
Dessen Hände sind leer.
Sie gehen gemeinsam
durch die nächtlichen Straßen.
Hören Motoren, dann Schüsse
dann Schreie, die nie mehr
verhallen.
Brandgeruch vom Haus gegenüber
flüchtig wie alles
           gräbt sich tief ins Gedächtnis hinein
Dann sieht er die Kinder
die den Tag überlebten
Kleine Schatten
die neben den Leichen
der ermordeten
Mütter und Väter knien
Er schaut dem Alten ins Gesicht
           Nun kann er‘s ertragen
Irre ist es nicht
Er sieht wohl den Hass
(auch dies das Verbrechen)
Doch spürt er vor allem
           die Trauer


Marinos Sigouros, Autor der Erzählung: ‚Das Fest des Todes in Distomo‘, in ‚Antigone lebt‘, neugriechische Erzählungen, Hrsg. Melpo Axiti und Dimitrios Hadzis, Verlag Volk und Welt, Berlin 1961
~~~~~
- τα ποιήματα είναι του Jürgen Rompf, γραμμένα στα Γερμανικά - η απόδοσή τους στα Ελληνικά είναι δική μου
- die Gedichte stammen von Jürgen Rompfs Feder - die Übersetzung ins Griechische habe ich besorgt
- οι φωτογραφίες είναι επίσης δικές του
- auch für die Fotos hat er alle Rechte

Donnerstag, 5. Juni 2014

JANNIS RITSOS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

EPIGRAMM FÜR DISTOMO

Hier ist die bittere Erde von Distomo.
Oh, Du Wanderer, gib Acht worauf Du trittst.
Hier schmerzt das Schweigen, es leidet jeder Stein auf dem Weg
sowohl wegen des Opfers als auch wegen der Menschen solcher Härte.
Hier, eine bescheidene Stele, aus Marmor, nur dies
mit einfachen Namen drauf graviert, und die Ruhmesgöttin steigt
Klage für Klage, Stufe für Stufe die große Leiter hinauf.

(in meiner Übertragung)



foto: Jürgen Rompf



ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ

Εδώ 'ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ω εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις.
Εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα.