impressions

impressions
warm autumn colours in Cologne

Samstag, 29. November 2014

ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ * ULRIKE MEINHOF


ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΚΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ
(από την περίοδο: 16.6.72 έως 9.2.73)

νοιώθεις πως κομματιάζεται το κεφάλι σου (νοιώθεις το κρανίο σου να ραγίζει, να σκάει) -
νοιώθεις να σου κολλά το μεδούλι σου στο μυαλό,
νοιώθεις το μυαλό σου να συρρικνώνεται σιγά σιγά, όπως π.χ τα αποξηραμένα φρούτα
νοιώθεις πως σ' έχουν αδιάκοπα, και χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι, στην πρίζα, σαν τηλεκατευθυνόμενο –
νοιώθεις πως σου κόβουν τους συνειρμούς –
νοιώθεις πως σου βγαίνουν τα σώψυχα, όπως όταν δεν μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου –
νοιώθεις πως το κελί ταξιδεύει. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια: το κελί ταξιδεύει. Σταματά ξαφνικά το απόγιομα, όταν μπαίνει μέσα ήλιος. Μα δεν μπορείς να σταματήσεις το συναίσθημα ότι ταξιδεύεις. Δεν μπορείς να διευκρινήσεις, αν τρέμεις από τον πυρετό ή από το κρύο –
δεν μπορείς καν να διευκρινήσεις γιατί τρέμεις –
κρυώνεις.
Τεράστιες προσπάθειες για να μιλήσεις σε κανονική ένταση, όπως όταν θέλεις να μιλήσεις δυνατά, σχεδόν ουρλιάζεις –
νοιώθεις πως βουβαίνεις –
δε μπορείς πλέον να ταυτοποιήσεις τη σημασία των λέξεων, μόνο να τη μαντέψεις –
η χρήση των συριστικών σ, ζ, τσ, τζ – είναι εντελώς αφόρητη –
φύλακας, επισκέπτες, αυλή, όλα, λες κι είναι από σελουλόιντ –
κεφαλόπονος –
φλασιές –
Γραμματική, συντακτικό – δεν ελέγχονται πλέον. Γράφεις: δύο σειρές – φτάνοντας στο τέλος της δεύτερης σειράς δεν μπορείς να συγκρατήσεις την αρχή της πρώτης –
Νοιώθεις πως καίγονται τα σωθικά σου –
νοιώθεις πως κατακαίγεσαι
νοιώθεις, πώς θα 'ταν αν έλεγες, τι γίνεται, αν το ξεστόμιζες, θα ήταν σαν να τσουρούφλιζες το πρόσωπο του άλλου με ζεματιστό νερό, όπως π.χ. βραστό νερό από τανκ αυτοκινήτου, που τον σημαδεύει για μια ολόκληρη ζωή, τον παραμορφώνει –
Καλπάζουσα επιθετικότητα για την οποία δεν υπάρχει καμιά διέξοδος. Αυτό είναι το χειρότερο. Ξεκάθαρα συνειδητό ότι δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να επιζήσεις. Απόλυτη αποτυχία, άντε να την μεταφέρεις. Από τις επισκέψεις δε μένει τίποτα. Μισή ώρα αργότερα μπορείς μόνο μηχανιστικά να αναπλάσεις με το νου σου αν η επίσκεψη έλαβε χώρα σήμερα ή πριν από μια εβδομάδα –
Αντίθετα, το λουτρό μια φορά τη βδομάδα σημαίνει: για μια στιγμή ανθώ, ξεκουράζομαι – κρατά και για μερικές ώρες –
Νοιώθεις πως χρόνος και χώρος είναι αλληλένδετα –
νοιώθεις πως βρίσκεσαι σ' έναν χώρο με καθρέφτες που παραποιούν την πραγματικότητα –
τρεκλίζεις
Έπειτα: τρομερή ευφορία, δήθεν ακούς κάτι – σχετικά με την ακουστική διαφορά ημέρας-νύχτας –
Νοιώθεις πως τώρα ο χρόνος κυλά, το μυαλό διευρύνεται ξανά, το μεδούλι ξανασυρρικνώνεται – βδομάδες ολόκληρες.
Νοιώθεις πως σου έχουν γδάρει το δέρμα.

(σε δική μου μετάφραση)




BRIEF AUS DEM TOTEN TRAKT
(aus der Zeit: 16.6.72 bis 9.2.73)

das Gefühl, es explodiert einem der Kopf (das Gefühl, die Schädeldecke müßte eigentlich zerreißen, abplatzen) -
das Gefühl, es würde einem das Rückenmark ins Gehirn gepreßt,
das Gefühl, das Gehirn schrumpelte einem allmählich zusammen, wie Backobst z.B.
das Gefühl, man stünde ununterbrochen, unmerklich, unter Strom, man würde ferngesteuert -
das Gefühl, die Assoziationen würden einem weggehackt -
das Gefühl, man pißte sich die Seele aus dem Leib, als wenn man das Wasser nicht halten kann -
das Gefühl, die Zelle fährt. Man wacht auf, macht die Augen auf: die Zelle fährt; nachmittags, wenn die Sonne reinscheint, bleibt sie plötzlich stehen. Man kann das Gefühl des Fahrens nicht absetzen. Man kann nicht klären, ob man vor Fieber oder vor Kälte zittert -
man kann nicht klären, warum man zittert -
man friert.
Um in normaler Lautstärke zu sprechen, Anstrengungen, wie für lautes Sprechen, fast Brüllen -
das Gefühl, man verstummt -
man kann die Bedeutung von Worten nicht mehr identifizieren, nur noch raten -
der Gebrauch von Zisch-Lauten - s, ß, tz, z, sch - ist absolut unerträglich -
Wärter, Besuch, Hof erscheint einem wie aus Zelluloid -
Kopfschmerzen -
flashs -
Satzbau, Grammatik, Syntax - nicht mehr zu kontrollieren. Beim Schreiben: zwei Zeilen - man kann am Ende der zweiten Zeile den Anfang der ersten nicht behalten -
Das Gefühl, innerlich auszubrennen -
das Gefühl, wenn man sagen würde, was los ist, wenn man das rauslassen würde, das wäre, wie dem anderen kochendes Wasser ins Gesicht zischen, wie z.B. kochendes Tankwasser, das den lebenslänglich verbrüht, entstellt -
Rasende Aggressivität, für die es kein Ventil gibt. Das ist das Schlimmste. Klares Bewußtsein, daß man keine Überlebenschance hat; völliges Scheitern, das zu vermitteln; Besuche hinterlassen nichts. Eine halbe Stunde danach kann man nur noch mechanisch rekonstruieren, ob der Besuch heute oder vorige Woche war -
Einmal in der Woche baden dagegen bedeutet: einen Moment auftauen, erholen - hält auch für paar Stunden an -
Das Gefühl, Zeit und Raum sind ineinander verschachtelt -
das Gefühl, sich in einem Verzerrspiegelraum zu befinden -
torkeln -
Hinterher: fürchterliche Euphorie, daß man was hört - über den akustischen Tag-Nacht-Unterschied -
Das Gefühl, daß jetzt die Zeit abfließt, das Gehirn sich wieder ausdehnt, das Rückenmark wieder runtersackt - über Wochen.
Das Gefühl, es sei einem die Haut abgezogen worden.

Samstag, 22. November 2014

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ * PETER HANDKE

Τραγούδι της παιδικής ηλικίας

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
περπάταγε με χέρια κρεμασμένα,
ήθελε το ρυάκι να είναι ήρεμο ποτάμι,
και το ποτάμι χείμαρρος
και τούτη εδώ η λακκούβα με νερό, η θάλασσα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
δεν ήξερε παιδί πως ήταν,
μες στην ψυχή του ήταν όλα,
και όλες οι ψυχές ήτανε ένα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
για τίποτα δεν είχε άποψη,
καμιά συνήθεια δεν είχε,
καθόταν οκλαδόν συχνά,
εκεί που στέκονταν άρχιζε να τρέχει,
μια κορφή είχε στα μαλλιά του
και σαν το φωτογράφιζαν, δεν έκανε γκριμάτσες.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
Ήρθε ο καιρός για να ρωτήσει τα εξής:
Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πού έχει την αρχή του ο χρόνος και πού το τέλος του ο τόπος;
Είναι ένα όνειρο τελικά η ζωή κάτω απ' τον ήλιο;
Όλα όσα βλέπω, ακούω και οσμίζομαι
είναι η λάμψη μήπως ενός κόσμου πριν από τον κόσμο;
Υπάρχει πράγματι το κακό και άνθρωποι
πού είναι στ' αλήθεια οι κακοί;
Πώς γίνεται κι εγώ, που τώρα υπάρχω,
να μην υπήρχα πριν γενώ,
και πώς γίνεται κάποτε εγώ, που υπάρχω,
να μην είμαι αυτός που τώρα είμαι;

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
με το σπανάκι αναγούλιαζε, με τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο
και με το κουνουπίδι στον ατμό.
Μα σήμερα τα τρώει όλα αυτά – και όχι από ανάγκη.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
μια μέρα σε κρεβάτι ξένο ξύπνησε
τώρα όμως συμβαίνει διαρκώς,
όμορφοι του φαίνονταν πολλοί άνθρωποι
τώρα όμως μονάχα κατά τύχη,
ξεκάθαρα φαντάζονταν τον παράδεισο
τώρα όμως το πολύ να τον υποθέσει,
δε μπορούσε να μην σκέφτεται το τίποτα
σήμερα όμως ανατριχιάζει στη σκέψη αυτή.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
ενθουσιασμένο έπαιζε
τώρα όμως αφοσιώνεται σε κάτι όπως τότε, μονάχα
όταν αυτό το κάτι είναι η δουλειά του.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
για φαγητό του αρκούσαν μήλο και ψωμί,
έτσι είναι μέχρι σήμερα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
του έπεφταν τα μούρα μέσα στα χέρια, όπως συμβαίνει με τα μούρα
και σήμερα το ίδιο,
τη γλώσσα τού γρατζούναγαν τα φρέσκα καρύδια
και σήμερα το ίδιο,
είχε πάνω σε κάθε βουνό
μία λαχτάρα για ένα ψηλότερο,
σε κάθε πόλη
τη λαχτάρα για μία μεγαλύτερη
κι αυτό δεν άλλαξε ως τις μέρες μας,
έφτανε τα κεράσια στα πιο ψηλά κλαδιά, με μια ευδαιμονία
που ως σήμερα κρατά,
είχε μια συστολή απέναντι σε κάθε τι το ξένο
κι ως σήμερα την έχει,
περίμενε με αγωνία να δει το πρώτο χιόνι,
κι ακόμα περιμένει.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
πέταξε ένα ξύλο πάνω σε ένα δέντρο σα να 'ταν δόρυ,
κι εκείνο, καρφωμένο εκεί, ακόμα τρέμει.


(σε δική μου μετάφραση)




Pablo Picasso: child with a dove


Lied Vom Kindsein

Als das Kind Kind war,
ging es mit hängenden Armen,
wollte der Bach sei ein Fluß,
der Fluß sei ein Strom,
und diese Pfütze das Meer.

Als das Kind Kind war,
wußte es nicht, daß es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.

Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
saß oft im Schneidersit
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.

Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht bloß ein Traum?
Ist was ich sehe und höre und rieche
nicht bloß der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsächlich das Böse und Leute,
die wirklich die Bösen sind?
Wie kann es sein, daß ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und daß einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?

Als das Kind Kind war,
würgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedünsteten Blumenkohl.
und ißt jetzt das alles und nicht nur zur Not.

Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schön
und jetzt nur noch im Glücksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt höchstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.

Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.

Als das Kind Kind war,
genügten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.

Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnüsse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer höheren Berg,
und in jeder Stadt
die Sehnsucht nach der noch größeren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefühl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.

Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.

~~~~~
[το ποίημα αυτό ακούγεται στην αρχή της ταινίας του Βιμ Βέντερς «Τα φτερά του έρωτα» (1985)... dieses Gedicht hört man in der Eingangsszene des Films "Der Himmel über Berlin" (1985) von Wim Wenders]

Sonntag, 22. Juni 2014

JORGOS VLACHAKIS * ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΧΑΚΗΣ



Sie versteinerte.
Das war gar nicht ihre Absicht.
Doch die Jahre des Wartens
tropften auf sie.
Langsam... ganz langsam...
Am Anfang gefielen ihr
diese Tropfen.
Dann gewöhnte sie sich an sie.
Sie sagte sich, es war ihr Schicksal
Stein zu werden.
Und sie schwieg.
Nur allabendlich
erzählte sie den Winden Märchen
damit sie einschlafen.
So lernten die Menschen sprechen.
Indem sie hörten, wie die Winde
ihre Wörter widerhallen
hinter verriegelten
Fenstern.
Nun
genießt sie
das Salz
das sich in ihrem Innern
eingenistet hat
und wartet darauf
Sand zu werden.

*****

Πέτρωσε.
Δεν το θέλησε.
Μα τα χρόνια της αναμονής
στάλαζαν πάνω της.
Αργά …αργά…
Στην αρχή της άρεσαν
τούτες οι σταγόνες.
Μετά τις συνήθισε.
Είπε πως μοίρα της
ήταν να γίνει πέτρα.
Και σιώπησε.
Τα βράδια μόνο
έλεγε παραμύθια στους αέρηδες
για να κοιμηθούνε.
Έτσι οι άνθρωποι
έμαθαν να μιλάνε.
Ακούγοντας τους αέρηδες
να ηχούν τις λέξεις της
πίσω από τα κλειστά
παράθυρα,
Τώρα
γεύεται
το αλάτι
που έχει φωλιάσει
μέσα της
περιμένοντας
να γίνει άμμος.


foto: Tortoise, Spuren im Sand


Durchsichtiger Sand
deine Schritte.
Ich folgte ihren Spuren.

Und sah die
weiße Linie
deines Schlafs.
Ich schwieg
bei deinem plötzlichen Lächeln.
Und deine Atemzüge
waren kleine Male
auf mir.
Ein Klumpen aus Erde
das Stöhnen deines Orgasmus.

Dann
hüllte ich mich ein
in den Rauch der
Nacht
die einen regnerischen Tag
ankündigte
auf deinen Augenlidern.

Später nahm ich einen Schwamm
und spülte sie aus.
Ich warf den Schwamm weg
soweit ich nur konnte.
Und er wurde eine Seerose.
Auf ihr quackt nun
ein verliebter Frosch.

*****

Άμμος διάφανη
τα βήματά σου.
Ακολούθησα τα χνάρια τους.

Κι είδα τη
λευκή γραμμή
του ύπνου σου.
Σώπασα στο
ξαφνικό χαμόγελό σου.
Κι ήταν
στίγματα μικρά
οι ανάσες σου
πάνω μου.
Σβώλος από χώμα
το βογγητό του οργασμού σου.

Έπειτα
τυλίχτηκα
τον καπνό της
Νύχτας.
που χρησμό διαλαλούσε
για μέρα βροχερή
πάνω στα βλέφαρά σου.

Πήρα αργότερα ένα σφουγγάρι
και τα ξέπλυνα.
Πέταξα το σφουγγάρι
όσο πιο μακριά μπορούσα.
Κι έγινε νούφαρο σε μια λίμνη.
Που πάνω του κοάζει
ένας ερωτευμένος βάτραχος.


 foto: Sophia Georgallidis



Viel später,
wenn über ihm bereits vorbeigegangen sein wird
das mit gelben Blättern vermengte und
durch die ersten Regen ausgespülte Salz,
wird er in den Taschen seines Mantels
eine alte Fahrkarte finden.
Eine von jenen
worauf keine Strecke verzeichnet ist.

Überrascht wird er feststellen,
wenn er sie umdreht, dass darauf geschrieben sind
die Wörter “Mythridates du hast dich verspätet.........”
Er wird lächeln,
denn er mag es, den Frühling
so zu nennen...

Er wird die unendlichen Punkte des Schweigens streicheln.
Und sie an den Regen ausbreiten ...

Und da wird es Frühling.
Einer von denen, die aufgeblühte
Dornen mit sich tragen.
Und ihre Meere widerstehen
trotzig
den Wellen, die sie geboren haben.

Er wird sich beugen, um in den Frühling einzudringen.

Und dieser wird ihn als einen Fremdkörper empfinden.

Und ihn zu Erde umwandeln.

Mit dem strengen Gebot
von seinen Lippen erteilt,
auf ihn sollen fallen
die Blätter der gezupften Margeriten.

Und die Winde soll er halten
in den Wurzeln
einer kleinen, roten Mohnblume.

Und er wird traurig sein
wenn
er sie nicht mehr
halten
wird können.

*****

Πολύ αργότερα,
όταν θα έχουν περάσει από πάνω του
το αλάτι, το ανακατωμένο με κίτρινα φύλλα,
το ξεπλυμένο από τις πρώτες βροχές,
θα ψάχνει τις τσέπες του παλτού του
και θα βρει ένα παλιό εισιτήριο.
Από κείνα
που δε γράφουν τη διαδρομή.

Έκπληκτος, γυρίζοντας το από την άλλη,
θα δει πως θα έχει πάνω του
γραμμένες τις λέξεις "Mυριθάλδη άργησες........"
Θα χαμογελάσει,
γιατί έτσι του αρέσει να λέει
την Άνοιξη ...

Θα χαϊδέψει τα ατέλειωτα αποσιωπητικά.
Και θα τ' απλώσει στη βροχή ...

Και τότε θα γίνει μια Άνοιξη.
Από κείνες που χουν λουλουδιασμένα
αγκάθια.
κι οι θάλασσες τους αντιστέκονται
πεισματικά
στα κύματα που τις γέννησαν.

Θα σκύψει για να μπει μέσα της.

Και κείνη η Άνοιξη θα τον δει ως παρείσακτο.

Και θα τον κάνει χώμα.

Με την προσταγή, την άγρια
βγαλμένη από τα χείλια της,
ν’ ακουμπούν πάνω του
τα πέταλα από τις μαδημένες μαργαρίτες.

Και να κρατάει τους ανέμους
μέσα στις ρίζες
μιας μικρής κόκκινης παπαρούνας.

Θα λυπηθεί τότε
όταν
δεν θα μπορέσει
να τους
κρατήσει.


[- και τα τρία ποιήματα είναι από την συλλογή του «Γράμματα στην Αάβησαρ», εκδ. Ζάθεον Πυρ, 2014.
- die Übertragung ins Deutsche habe ich besorgt]

Montag, 9. Juni 2014

ARGYRIS SFOUNTOURIS * ΑΡΓΥΡΗΣ ΣΦΟΥΝΤΟΥΡΗΣ


GEBET

so hell das Licht
um so dichter die Finsternis -
Wie sollte ich vergessen?

Die dezimierte Erde
bezeugte es,
die Steine schrien es heraus,
die Blätter flüsterten es,
die Vögel besangen es.

Und wie das Lamm
traurig blökt
wenn es nach der Mutter ruft
so schickten die Seelen
eine Fürbitte

So dicht die Finsternis -
Wie sollte ich vergessen?

Einer Zypresse gleich steh' ich da
ungebeugt,
unbeugsam
inmitten der Gräber.
Auf ihren Steinen
flackert
erschrocken noch
die Flamme
im Öllämpchen der Hoffnung -

Wo ist die Sühne
um noch etwas Öl
hinzuzufügen,
bevor es ausgeht?


(in meiner Übertragung)



foto: Sophia Georgallidis (Fragment aus der Marmorgedenktafel im Mausoleum in Distomo)



ΔΕΗΣΗ

Όσο λαμπρό το φως
τόσο πυκνό το σκότος -
Πώς να ξεχάσω;

Τ' αποδεκατισμένα χώματα
το λέγανε,
το φώναζαν οι πέτρες,
τα φύλλα το ψιθύριζαν,
το κελαϊδούσαν τα πουλιά.

κι όπως τ΄αρνί
βελάζει λυπηρά
όταν τη μάνα κράζει
στέλνανε οι ψυχές
παράκληση...

Τόσο πυκνό το σκότος -
Πώς να ξεχάσω;

Σαν κυπαρίσσι στέκομαι
αλύγιστος,
ακλόνητος
ανάμεσα σε τάφους.
Πάνω τους
τρεμοσβήνει
τρομαγμένη ακόμα
η φλόγα
στης ελπίδας το καντήλι -

Πού είν' η εξιλέωση
να συμπληρώσει,
πριν σωθεί τελείως,
λίγο λάδι;


(από τη συλλογή «Τα Διστομίτικα», Εναλλακτικές εκδόσεις, 1994)

Samstag, 7. Juni 2014

ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΡΟΜΠΦ * JÜRGEN ROMPF




Distomo: old school, now archeological museum

Στο σχολείο

Εκεί εκτελέστηκαν
οι άντρες που οι Γερμανοί
είχαν συλλάβει το πρωί
           Πεινασμένοι ήσαν και διψασμένοι
Μια μάνα είχε απλώσει τα χέρια
με το παιδί της
στον αλυσοδεμένο πατέρα
           για τον τελευταίο ασπασμό
Όταν ήχησαν οι σφαίρες,
ένα χελιδόνι πέταξε
πάνω από τα πτώματα
           Δεν ξαναγύρισαν ποτέ
Το δείλι πείνασαν τα πρόβατα
στα μαντριά
και τα φυτά ξεράθηκαν
           στους αγρούς

***

An der Schule

Dort wurden erschossen
die von den Deutschen am Morgen
gefangenen Männer
           Hungrig waren sie und durstig
Eine Mutter hatte ihr Kind
dem gefesselten Vater
noch einmal zum Abschied
         gereicht
Als die Schüsse verhallten,
flog eine Schwalbe über die
Leichen hinweg
          Sie kehrten nie wieder
Am Abend hungerten die Schafe
in den Ställen
und es vertrockneten die Pflanzen
           auf den Feldern


το καμπαναριό του Αγίου Νικολάου στην πάνω πλατεία



Παραμονή

Ξανά οι καμπάνες χτυπούν,
καλώντας στη λειτουργιά.
Διαπερνούν το φως
          σχίζουν τη σιωπή.
Ένα δροσερό αεράκι πιάνει
το τραγούδι
και το πάει σ' όλη τη χώρα
Γλυκά μελίσματα
που τα κουβαλούν μπάσοι
ξεσκίζει το παραπέτασμα
ένας τενόρος σε υψηλές νότες
σταύρωση, θάνατος
και θλίψη βαθιά
          Όμως κανένας θρίαμβος.
Ένα δροσερό αεράκι πιάνει
την ανάσα
των προσευχομένων
Ακόμα
την κρατά

***

Vorabend 
 
Noch einmal die Glocken,
die läuten zur Messe.
Sie brechen das Licht
           zerreißen die Stille.
Ein kühler Wind nimmt
auf den Gesang
und trägt ihn ins Land
Helle Melismen von
Bässen getragen
Vorhang zerreißend
ein hoher Tenor
Kreuzigung, Tod
und tiefes Leid
           Doch keinen Triumph.
Ein kühler Wind nimmt
auf den Atem
der Betenden
Er nimmt ihn
noch lange



λινοτυπία του Αντώνη Κανά




Άυπνη η νύχτα

του Μαρίνου Σιγούρου


Περιφέρεται εδώ κι εκεί, συναντά
τον γέροντα.
Που τα χέρια του είναι αδειανά.
Περπατούν μαζί
στους νυχτερινούς δρόμους.
Ακούν μηχανές, κι έπειτα πυροβολισμούς
κι ύστερα κραυγές που δεν θα σταματήσουν
ποτέ.
Μυρωδιά καμμένου από το απέναντι σπίτι
όπως όλα, φευγάτη κι αυτή
           σκάβει και χώνεται βαθιά μέσα στη μνήμη
Κι ύστερα βλέπει τα παιδιά
που επέζησαν τη μέρα τούτη
Μικρές σκιές
γονατισμένες
δίπλα στα πτώματα
της μάνας και του πατέρα
Κοιτά κατάματα τον γέρο
           Τώρα μπορεί να το αντέξει
Όχι, δεν είναι τρέλα
Μίσος βλέπει εν μέρει
(μέρος του εγκλήματος κι αυτό)
Μα πάνω απ' όλα νοιώθει
           τη θλίψη


Μαρίνος Σιγούρος, συγγραφέας του διηγήματος με τον τίτλο «Το πανηγύρι του θανάτου στο Δίστομο», στον τόμο (στα Γερμανικά): «Η Αντιγόνη ζει», νεοελληνικά διηγήματα, επιμέλεια έκδοσης: Μέλπω Αξιώτη και Δημήτρης Χατζής, εκδόσεις Verlag Volk und Welt, Βερολίνο 1961

***

Schlaflos die Nacht

für Marinos Sigouros


Er wandert umher, begegnet
dem Alten.
Dessen Hände sind leer.
Sie gehen gemeinsam
durch die nächtlichen Straßen.
Hören Motoren, dann Schüsse
dann Schreie, die nie mehr
verhallen.
Brandgeruch vom Haus gegenüber
flüchtig wie alles
           gräbt sich tief ins Gedächtnis hinein
Dann sieht er die Kinder
die den Tag überlebten
Kleine Schatten
die neben den Leichen
der ermordeten
Mütter und Väter knien
Er schaut dem Alten ins Gesicht
           Nun kann er‘s ertragen
Irre ist es nicht
Er sieht wohl den Hass
(auch dies das Verbrechen)
Doch spürt er vor allem
           die Trauer


Marinos Sigouros, Autor der Erzählung: ‚Das Fest des Todes in Distomo‘, in ‚Antigone lebt‘, neugriechische Erzählungen, Hrsg. Melpo Axiti und Dimitrios Hadzis, Verlag Volk und Welt, Berlin 1961
~~~~~
- τα ποιήματα είναι του Jürgen Rompf, γραμμένα στα Γερμανικά - η απόδοσή τους στα Ελληνικά είναι δική μου
- die Gedichte stammen von Jürgen Rompfs Feder - die Übersetzung ins Griechische habe ich besorgt
- οι φωτογραφίες είναι επίσης δικές του
- auch für die Fotos hat er alle Rechte

Donnerstag, 5. Juni 2014

JANNIS RITSOS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

EPIGRAMM FÜR DISTOMO

Hier ist die bittere Erde von Distomo.
Oh, Du Wanderer, gib Acht worauf Du trittst.
Hier schmerzt das Schweigen, es leidet jeder Stein auf dem Weg
sowohl wegen des Opfers als auch wegen der Menschen solcher Härte.
Hier, eine bescheidene Stele, aus Marmor, nur dies
mit einfachen Namen drauf graviert, und die Ruhmesgöttin steigt
Klage für Klage, Stufe für Stufe die große Leiter hinauf.

(in meiner Übertragung)



foto: Jürgen Rompf



ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ

Εδώ 'ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ω εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις.
Εδώ πονά η σιωπή, πονάει η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ' τη θυσία κι απ' τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
με ονόματα σεμνά, και τη Δόξα τα ανεβαίνει
λυγμό λυγμό, σκαλί - σκαλί, μεγίστη σκάλα.

Mittwoch, 21. Mai 2014

YIANNIS EFTHYMIADIS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ

EINE SPRACHE WERD ICH FINDEN

Eine Sprache werd' ich finden, die durch Schweigen spricht
und so werd' ich aushalten, was du mir noch nicht gesagt hast
Und auch niemals sagen wirst.

Eine Sprache werd' ich finden, die das aushält, was ich lebe
Und was immer sie auch sagt, hört sich nicht banal an
Denn, mein Liebstes, sie wird von dir reden.

Eine Sprache werd' ich finden, seit langem schon vergessen
In uneigennützigem und auch reinem Wasser
Deine Spuren zu besingen.

Eine Sprache werd' ich finden sie der Zeit zu überlassen
Und sie wird sich ausbreiten mächtig auf manch' heilige Orte
Dort, wo Eros seinen Samen versteckt halten wird.

Eine Sprache werd' ich finden, die noch nicht besiegt sein wird
Mit nur einem Wort, damit sie sich fest halten kann,
Deinen Namen, der auch mein Name wird.

(in meiner Übertragung)








ΘΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ

Θα βρω μια γλώσσα να μιλάει με σιωπή
Έτσι μπορεί ν’ αντέξω όσα δε μου ’χεις πει
Κι όσα δεν πρόκειται ποτέ να πεις ακόμα.

Θα βρω μια γλώσσα να αντέχει αυτό που ζω
Κι ό,τι κι αν λέει να μη φαίνεται πεζό
Αφού, αγάπη μου, για σένα θα μιλάει.

Θα βρω μια γλώσσα ξεχασμένη από καιρό
Μέσα σε άδολο κι αμόλευτο νερό
Να τραγουδήσω τις πατημασιές που αφήνεις.

Θα βρω μια γλώσσα να αφήσω στους καιρούς
Κι αυτή ν’ απλώνεται σε τόπους ιερούς
Εκεί που ο έρωτας το σπέρμα του θα κρύβει.

Θα βρω μια γλώσσα να μην έχει ηττηθεί
Μια μόνη λέξη να ’χει για να κρατηθεί
Το όνομά σου, όνομά μου που θα γίνει.

(από τη συλλογή του «πάνω στο σώμα σου», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις μικρή άρκτος)

Donnerstag, 8. Mai 2014

CHLOE KOUTSOUMBELLI * ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ


Kannst du mir Freude schenken? fragte sie ihn.
Sie waren beide in einem kleinen Haus, am Rande eines April, in Paris. Er malte Früchte und Wein, damit sie es miteinander teilten.
Sie waren beide sehr leicht mit den Restkleidern der Nacht angezogen. Eine kleine Zitrone blühte in ihren Haaren. Sie hatten sich noch nie berührt und trotzdem hatten sie gerade ein Holzbett am Rande eines Abgrunds geteilt.
Ich weiß nicht, sagte er ernst. Es hängt davon ab, wie sehr du dich vor mir fürchtest.
Aber wirst du es mit mir aushalten? beharrte sie. Du weißt doch, nicht alle sind so tapfer. Manche sehnen sich nach etwas Festem, sie wollen einen klaren Rahmen sehen; wenn sie Frau sagen, sollst du da sein, auf einem Stuhl am Boden festgenagelt, anwesend, vorbestimmt, glaubwürdig in ihrer Hände Form, kontrolliert und kontrollierbar und vor allem ohne Überraschungen, die das sichere Gleichgewicht bedrohen; ich aber war schon immer trüb und wechselte ständig, mal Dunst mal Eis mal Wolke und entwich durch kleine Schlüssellöcher und verflüchtigte mich im Nebel. Doch wenn ich liebte, konnte ich mich mit meinem ganzen Wesen hingeben. Denn Liquidität setzt Kondension voraus.
Ich will, dass du mir die Schattierungstechnik beibringst, sagte er ihr mutig.
Und sο verbrachten sie den Frühling zusammen in Paris.




foto: Ronny (Spiegelperplex), Ponts Des Arts, Paris 2014




Μπορείς να μου δώσεις την χαρά; τον ρώτησε.
Βρίσκονταν οι δυο σ’ ένα μικρό σπίτι, στην άκρη ενός Απρίλη, στο Παρίσι. Αυτός ζωγράφιζε φρούτα και κρασί για να τα μοιραστούν.
Ήταν και οι δύο πολύ ελαφρά ντυμένοι με τα αποφόρια της νύχτας. Ένα μικρό λεμόνι άνθιζε στα μαλλιά της. Δεν είχαν αγγιχτεί ποτέ παρόλα αυτά είχαν μόλις μοιραστεί ένα ξύλινο κρεβάτι πάνω από έναν γκρεμό.
Δεν ξέρω, είπε αυτός σοβαρά. Εξαρτάται από το πόσο με φοβάσαι.
Μπορείς όμως να με αντέξεις; επέμενε αυτή. Δεν είναι όλοι τόσο γενναίοι ξέρεις. Κάποιοι λαχταρούν την σταθερότητα, θέλουν να βλέπουν το καθαρό περίγραμμα, να λεν γυναίκα και να είσαι καρφωμένη εκεί σε μία καρέκλα στο πάτωμα, παρούσα, καθορισμένη, αξιόπιστη στο σχήμα των χεριών τους, ελεγχόμενη και ελέγξιμη και προπαντός χωρίς εκπλήξεις που απειλούν την ασφαλή ισορροπία κι εγώ πάντα ήμουν αχνή κι άλλαζα συνέχεια πότε ατμός πότε πάγος πότε σύννεφο και διέφευγα από μικρές κλειδαρότρυπες και διαχεόμουν στην ομίχλη. Όταν όμως αγαπούσα μπορούσα να δοθώ με όλη την ουσία μου. Γιατί η ρευστότητα προϋποθέτει την συμπύκνωση.
Θέλω να μου μάθεις την τέχνη των φωτοσκιάσεων, της είπε αυτός θαρραλέα.
Κι έμειναν μαζί Άνοιξη στο Παρίσι.

Dienstag, 7. Januar 2014

YIANNIS EFTHYMIADIS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ


Meine Worte werde ich ins Alphabet
der Musik übertragen.
Besinge sie.
Jemand, weit weg in der Ferne, wird
in seinem fremden Körper
in seiner geliehenen Stimme
mein Leben begreifen.

Wieviel Realität soll ich kondensieren?
Und welche Realität ist wahrer?
Jene, die ich mit meinen Gedanken entdecke, jene
die ich mit Wörtern festige, jene
die ich zu dir
entgleiten lasse – oder schaffe zu entgleiten?
Das Gedicht wird von uns beiden gemeinsam geschrieben. Die Wahrheit
wird ständig zerstreut.
Sieh sie an, beeil' dich, sie zu erreichen!
Während du das Gedicht schreibst,
legst du den Grundstein für ein Gebäude ohne Ende,
wenn dies der Zeit Wille ist.

(in meiner Übertragung)





το χαρακτικό είναι του Paul Walker και ένα από τα δώδεκα που κοσμούν την έκδοση



Θα μεταγράψω τα λόγια μου στο αλφάβητο
της μουσικής.
Τραγούδησέ τα.
Κάποιος πολύ μακριά θα καταλάβει
μέσα στο ξένο σώμα του,
τη ζωή μου.

Πόση πραγματικότητα να συμπυκνώσω;
Και ποια πραγματικότητα είναι πιο αληθινή;
Αυτή που ανακαλύπτω με τη σκέψη μου, αυτή
που στερεώνω με τις λέξεις, αυτή
που αφήνω – ή κατορθώνω – να ξεγλιστρήσει
σ' εσένα;
Το ποίημα το γράφουμε μαζί. Η αλήθεια
διαχέεται αέναα.
Δες, πρόφτασέ την!
Όταν γράφεις το ποίημα,
θεμελιώνεις ένα οικοδόμημα δίχως τέλος.
Αν αυτό θελήσει ο χρόνος.

(από τον τόμο «Γράμματα στον Πρίγκιπα», εκδ, μικρή άρκτος 2010)