impressions

impressions
poppies in Cologne

Montag, 28. Februar 2011

FREIHEIT - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

F R E I H E I T

Und mir wurde klar,
O Freiheit,
Daß du wie das Salz bist.
Wer nach dir gräbt, Dich aus der Tiefe holt,
Dem zerschneidest du die HändeWie das Glas…

Und löst dich auf
Wie das Salz, Wirst unsichtbar,

Man schmeckt dich dann nur…

Doch wenn`s dich nicht gibt,
Fehlt der Geschmack,

Das nennt man auch Diktatur…

Doch wenn`s dich nicht gibt
Verdirbt
Auch die wertvollste
Nahrung,
Die des Geistes…

Du bist wirklich wie das Salz.


(Gedicht von Parujr Sewak
Aus dem Armenischem von Raffi Kantian)



Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α

Κι ύστερα κατάλαβα
Ελευθερία,
πως είσαι σαν το αλάτι.
Εκείνον που σκάβει να σε βρει
κι από τα βάθη σ' εξυψώνει
τα χέρια εκείνου κατακερματίζεις
σαν το γυαλί...

Και όμοια με το αλάτι
δυαλύεσαι κι εσύ
γίνεσαι αόρατη,

Και τότε
μόνο να σε γευθεί κανείς μπορεί...

Αν όμως δεν υπάρχεις
λείπει η γεύση,

Αυτό το λέμε και δικτατορία...

Κι αν δεν υπάρχεις
χαλά
ακόμα κι η πιο ανεκτίμητη
τροφή
Αυτή του νου...

Πράγματι σαν το αλάτι είσαι.


(ποίημα στα αρμένικα του Parujr Sewak
η δική μου απόδοση στα ελληνικά έγινε από τη γερμανική μετάφραση του Raffi Kantian)

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΙΚΤΟ


«οι αναμνήσεις δεν έχουν οίκτο, η σιωπή είναι η μόνη ελευθερία
η ματαιότητα είναι ένας κήπος όπου παίζουμε τους αθάνατους
μαντίλια αποχαιρετισμού ανεμίζουν στο βάθος - ποιος φεύγει, τι
σημασία έχει
(Τάσος Λειβαδίτης)

Ω, να 'ξερες, ποιητή μου, πόσο μεγάλη σημασία έχει ποιος φεύγει... Σπάω τη σιωπή μου ακόμα μια φορά. Δεν την αντέχω τόση ελευθερία! Υποσχέθηκα να αφεθώ για λίγο μόνο στις αναμνήσεις και θα το κάνω – όσο ανελέητες κι αν είναι, όσο οδυνηρό κι αν σταθεί το εγχείρημα...

Εικόνα πρώτη: ο κεντρικός δρόμος του χωριού (αργότερα, επί Χούντας, του δώσανε και όνομα: Ιωάννου Μεταξά!). Ένας άντρας μπαίνει σ' ένα ταξί. Είναι ο πατέρας. Νέος, γεροδεμένος. Καμία ανάμνηση των χαρακτηριστικών του. Όσες φορές κι αν προσπάθησα, μόνο μια αντρική πλάτη να μπαίνει μέσα στο ταξί θυμάμαι – μόλις είχα κλείσει τα 6. Κλείνουν οι πόρτες. Το αμάξι ξεκινά αργά. Το ακολουθώ. Ανεβάζει ταχύτητα. Τρέχω ξοπίσω του. Ξάφνου σταματά. Πηγαίνω στη μεριά που κάθεται ο πατέρας. Κατεβάζει το παράθυρο. Τον ακούω να λέει: Μην στεναχωριέσαι, σε τρία χρόνια θα γυρίσω πίσω και θα είμαστε πάλι όλοι μαζί.
Σχόλιο: Ήταν το 1963, την εποχή που μεσουρανούσε η μετανάστευση, τότε που όσοι δεν είχαν στον ήλιο (διάβαζε στην Ελλάδα – και όχι μόνο) μοίρα, τραβούσαν για τα ανθρακορυχεία του Βελγίου και για τα εργοστάσια της Γερμανίας. Οι πρώτοι ξεκίνησαν από την Ελλάδα νωρίτερα, το 1960, με την υπογραφή της Σύμβασης μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας για την απασχόληση εργατικού δυναμικού στη Γερμανία, που το είχε τόσο μεγάλη ανάγκη για την οικονομική της επανόρθωση μεταπολεμικά. Έφυγαν οι πρώτοι από το χωριό κι έστειλαν προσκλήσεις σε συγγενείς και φίλους, να πάνε κι εκείνοι, να ξεφύγουν από τη μιζέρια, να προκόψουν και ν' ανοίξουν το δρόμο για το μέλλον των παιδιών τους... Μια τέτοια πρόσκληση είχε λάβει και ο πατέρας που πλέον δεν μπορούσε να θρέψει την οικογένειά του με την απασχόληση στα λίγα πατρικά χωράφια και με τα μεροκάματα που έκανε σε ξένα. Ένα χρόνο αργότερα έφυγε κι η μητέρα για τη Γερμανία. Καμία απολύτως ανάμνηση από την ημέρα εκείνη!



Εικόνες πολλές ακολουθούν: Γράμματα πάνε κι έρχονται! «Αγαπητή μητέρα και κορούλα μας Σοφούλα! Μάθετε ότι είμαστε καλά, το ίδιο επιθυμούμε και για εσάς... Σοφούλα, να ακούς τη γιαγιά, να μην την στεναχωράς, να διαβάζεις και να είσαι καλή μαθήτρια...!» - «Αγαπητή μου κόρη Βάσω και γαμπρέ Παύλε! Είμαστε καλά... Το καλοκαίρι κοντεύει, πότε θα έρθετε;»
Σχόλιο: Η γιαγιά που ανέλαβε να με φροντίσει είχε αναπηρία όρασης μεγάλου βαθμού και όμως δεν δίσταξε να το κάμει. Πολλές γιαγιάδες και πολλοί παπούδες ανέλαβαν εκείνη την εποχή το ρόλο των γονιών για να βοηθήσουν τα παιδιά τους να προκόψουν στην ξενητειά ώστε κι εκείνοι με τη σειρά τους να μπορέσουν να προσφέρουν στα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή...
Η Γερμανία ωστόσο δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί ανθρώπους, στην ουσία ήθελε ρομπότ, να λειτουργούν μηχανικά, κατά τας διαταγάς των αφεντικών στα εργοστάσια και στην λοιπή κοινωνική ζωή. Ευτυχώς που οι μετανάστες ζούσαν κοντά με συγχωριανούς και προσπαθούσαν να διατηρήσουν ένα ελάχιστο κοινωνικής ζωής μετά τη δουλειά.
Τα περισσότερα παιδιά τους πάνε κι έρχονται, κάποιος τα χαρακτηρίζει αργότερα «παιδιά βαλίτσες»! Εμείς, ο αδελφός μου κι εγώ, δεν ταλαιπωρηθήκαμε ως προς αυτό. Στο συνοικισμό «Ευαγγελικά» της Κατερίνης λειτουργούσε ορφανοτροφείο που τη δεκαετία του '60 άνοιξε τις πόρτες του και στα παιδιά των μεταναστών. Κι έτσι το 1965 μπαίνουμε οικότροφοι στο Ορφανοτροφείο της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Κατερίνης. Εκ των υστέρων θα τολμήσω να πω ότι επρόκειτο στην ουσία για εσωτερική μετανάστευση, μακριά από την θαλπωρή της οικογένειας και του χωριού, μακριά από τους φίλους και τα υπαίθρια παιχνίδια...

Κι άλλες, πολλές εικόνες: Ξαφνικά συναντάμε παιδιά από ολόκληρη την Ελλάδα. Ονόματα χωριών που μέχρι τότε δεν ξέραμε καν ότι υπάρχουν: Τραγανό Ηλείας, Μηλότοπος, Γιαννιτσά... Χωριστά τα αγόρια από τα κορίτσια, σε διαφορετικά κτήρια. Με τον αδελφό μου βλεπόμαστε πλέον μόνο στο φαγητό και σε κοινές εκδηλώσεις.
Τα γράμματα πηγαινοέρχονταν τώρα πιο συχνά Κατερίνη-Κολωνία. Κάθε 2η Κυριακή επίσκεψη στη γιαγιά στο χωριό – μια όαση στη νέα καθημερινότητα, ακόμα κι αν πρέπει να περάσω την ώρα μου διαβάζοντας και απαντώντας γράμματα των παιδιών όλης της γειτονιάς που ήταν στη Γερμανία σαν τους δικούς μου. Να 'ναι καλά το 5ο Δημοτικό Σχολείο απέναντι από το Ορφανοτροφείο όπου κατέβαλλα τρομερές προσπάθειες να είμαι από τους καλύτερους μαθητές. Τα 3 χρόνια που είπε ο μπαμπάς ότι θα λείψει έγιναν ήδη έξι.
Σχόλιο: Η ζωή στο Ίδρυμα αυστηρά οργανωμένη (πώς να λειτουργήσει διαφορετικά;), σχεδόν απρόσωπη για ένα παιδί. Τα μεγαλύτερα παιδιά προσπαθούσαν να φροντίσουν κάπως εμάς τα μικρότερα, έτσι δημιουργήθηκαν μεμονωμένες φιλίες. Ήδη τον πρώτο καιρό ένιωσα πόσο πολύ μου έλειπαν οι γονείς, η γιαγιά, η οικογένειά μου, το χωριό – κι ας προσπάθησαν ο θείος Δημήτρης και η θεία Μάρω να μας κατευνάσουν την ψυχή φιλοξενώντας μας όσο γινόταν πιο συχνά στο σπίτι τους στον Συνοικισμό... Μείναμε εκεί ώσπου να τελειώσω και την πρώτη Γυμνασίου. Κάποια στιγμή εκείνη την περίοδο (πάνω στην εφηβεία) έγραψα ένα γράμμα στους γονείς μου πως δεν αντέχω άλλο και θέλω να είμαι κοντά τους. Τους συγκλόνισε. Για πρώτη φορά ίσως συνειδητοποίησαν το έγκλημα που διαπράττονταν μακριά τους: τη στιγμή που εκείνοι πίστευαν πως τα παιδιά απολαμβάνουν την παιδεία και μόρφωση που δεν θα ήταν σε θέση να τους χαρίσουν αν βρίσκονταν οι ίδιοι στην Ελλάδα, τα πιαδιά τους μαράζωναν ψυχικά. Έτσι ήρθε η μαμά και το καλοκαίρι του 1971 φύγαμε όλοι μαζί για τη Γερμανία.



Πρώτες εικόνες Γερμανίας και συνέχεια (τα σχόλια πλέον συγχέονται με την περιγραφή των εικόνων): Το ταξίδι με το «Ακρόπολις Εξπρές» είναι θέμα για ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Πρώτη φορά μπαίνω σε τρένο. Μέχρι να τακτοποιηθούμε στην κουκέτα μας, από τη Θεσσαλονίκη που επιβιβαστήκαμε, περνάμε ήδη των έλεγχο των Ευζώνων... Ατέλειωτη μου φαίνεται η διαδρομή, ενοχλητικές πολύ οι ματιές των αντρών που πλειοψηφούν, δεν τολμώ να σηκωθώ, ούτε καν για να πάω στην τουαλέτα. Όταν χρειαστεί, το κανονίζουμε να πηγαίνουμε δυο δυο, και να μην αφήνουμε καμία γυναίκα μόνη... Οι ατέλειωτες φυσικές ομορφιές της Αυστρίας και της νότιας Γερμανίας αποσπούν για αρκετές ώρες την προσοχή μου. Στο Μόναχο αλλάζουμε τρένο για Κολωνία. Ύστερα από 3μέρες και 2 νύχτες φτάνουμε επιτέλους στον προορισμό μας... Δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνη τη στιγμή! Θυμάμαι όμως με τι καμάρι ανοίγει ο μπαμπάς την πόρτα του διαμερίσματος στην εργατική συνοικία, μας βάζει μέσα και μας ξεναγεί στα 64 τετραγωνικά του μέτρα... Εκείνο το καλοκαίρι έχει καταγραφεί ανεξήτηλα στη μνήμη μου: τα καταπράσινα πάρκα με τους παιχνιδότοπους, οι λίμνες, το ποτάμι, οι πρώτες επαφές με τους Έλληνες γνωστούςτων γονιών και τους συγγενείς, τα μικρά ταξίδια σε διάφορες πόλεις σε κοντινή ακτίνα όπου ζουν και άλλοι συγγενείς. Νιώθω πολύ ευτυχισμένη που μπορώ να τα χαρώ όλα αυτά μαζί με τους γονείς και τον αδελφό μου. Ο αδελφός μου που επιμένει να μου μάθει ποδήλατο, εγώ φοβάμαι, τελικά τα καταφέρνω αφού πρώτα κοντεύω να σκοτώσω έναν άνθρωπο και στο τέλος τον κοιτάζω θλιμμένη προσπαθώντας να του ζητήσω συγγνώμη με το βλέμμα – πώς αλλιώς; δεν ξέρω γρι γερμανικά! Έρχεται όμως η ώρα να τα μάθω κι αυτά, γιατί θέλω και πρέπει να συνεχίσω το σχολείο – επισκέπτομαι για ένα χρόνο τα εντατικά Τμήματα Γερμανικών του Ινστιτούτου Γκαίτε, η δασκάλα μας προσπαθεί με ποικίλες μεθόδους να μας εξοικιώσει με τη γλώσσα του μεγάλου ποιητή, αλλά να 'ναι καλά και η γερμανίδα γειτόνισα που αναλαμβάνει να μου δείξει την εφαρμογή στην πράξη όλων αυτών που μαθαίνω θεωρητικά στο σχολείο. Όλα τα άλλα ακολουθούν χωρίς ιδιαίτερο προγραμματισμό, γιατί έτσι είναι η ροή τους για ένα κορίτσι των 15 Μάηδων: το σχολείο, οι πρώτες φιλίες με γερμανόπουλα, εν μέρει κρατούν ως σήμερα, ο στόχος να πάρω το απολυτήριο για να σπουδάσω, έτσι θέλουν οι γονείς, το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ κι έτσι ξεκινώ για την υλοποίηση του σχεδίου! Αψηφώντας τις πάσες όσες δυσκολίες παρουσιάζονται μπροστά μου παίρνω το 1978 το απολλυτήριο του γερμανικού γυμνασίου που μου ανοίγει το δρόμο για το πανεπιστήμιο.



Σκηνές ροκ: η πρώτη: Μάρτης του '73, μεγάλη εκδήλωση προς τιμήν της Εθνικής γιορτής της 25ης Μαρτίου στη μεγάλη αίθουσα τελετών Φλόρα! Διοργανώνεται από τον «Σύνδεσμο» και το Ελληνικό Σπίτι (και τα δυο κατευθυνόμενα από το χουντικό καθεστώς). Βρίσκομαι εκεί στην είσοδο, ντυμένη «Αμαλία», να καρφιτσώνω σημαιάκια στο πέτο των επισκεπτών... Μέσα εκφώνηση πανηγυρικών, παρουσιάσεις χορών από το χορευτικό συγκρότημα του Ελληνικού Σπιτιού, γλέντι, πατριωτική μουσική ανάμεικτη με τη δημοτική μουσική παράδοση... Έξω έχει μαζευτεί αρκετός κόσμος σε εκδήλωση διαμαρτυρίας της χουντικής εκδήλωσης...! Κάποια στιγμή αναπόφευκτη η σύγκρουση... Μέσα κάτι ψιθυρίζεται και οι περισσότεροι επισκέπτες της εκδήλωσης εγκαταλείπουν την αίθουσα από την πίσω πόρτα, είμαστε από τους πρώτους που φεύγουν! Μαθαίνω τι έγινε πραγματικά εκείνο το βράδυ πολύ αργότερα, όταν το 1977 (μαθήτρια ακόμα) ανακαλύπτω στη Μένζα του πανεπιστημίου τη γωνιά που συναντιούνται οι Έλληνες φοιτητές μετά το φαγητό και συζητάνε ώρες ατέλειωτες πίνοντας τον καφέ τους και καπνίζοντας.
Η δεύτερη: Ένα χρόνο αργότερα αποφοιτώ από το γερμανικό γυμνάσιο και μπαίνω στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κολωνίας στον κλάδο Βυζαντινών Σπουδών στο τμήμα Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 το μεταπολιτευτικό ενδιαφέρον και η δράση των φοιτητών για την πολιτική είναι ακόμα αρκετά έντονα και ο Φοιτητικός Σύλλογος Ελλήνων Κολωνίας προσφέρεται για την πολιτική αντιπαράθεση. Είναι τα χρόνια που φοιτητές και εργαζόμενοι έχουν στενές σχέσεις και δραστηριοποιούνται από κοινού μέσα από την Ελληνική Κοινότητα Κολωνίας που σφύζει από ζωή: Επιτροπή Γυναικών, Επιτροπή Νεολαίας, ομιλίες, χορευτικά συγκροτήματα, θεατρική ομάδα, γλέντια, φοιτητικά πάρτυ... όλα θέλω να τα ζήσω, να μη χάσω τίποτα! Εδώ μαθαίνω όσα δεν μου διδάχτηκαν στον σχολείο για Εθνική Αντίσταση και Πολυτεχνείο και άλλα πολλά... Ούτε που καταλαβαίνω για πότε βρίσκομαι στο Δ. Σ. της Κοινότητας και μάλιστα γραμματέας (αργότερα μάλιστα και πρόεδρος), για πότε διοργανώνω πολιτιστικές εκδηλώσεις – αυτό το τελευταίο από τις αρχές της δεκαετίας του 90 μέχρι σήμερα όλο και πιο έντονα –, αρχικά μέσα από την ελληνο-γερμανική Πολιτιστική Ομάδα Πρωτοβουλίας (για τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού) και τελευταία επίσης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων (και Μεταφραστών) στη Γερμανία.
Η τρίτη: Και όλα αυτά παράλληλα με τη δημιουργία δικής μου οικογένειας – γιατί και αυτό ήταν ένας σημαντικός στόχος ζωής, που επιτεύχθηκε κυρίως χάρη στο ότι ο σύντροφός μου έχει κάποιες αρχές που συμφωνούν με τις δικές μου, από τις οποίες ξεχωρίζει η ισότητα στη σχέση και ο σεβασμός στην προσωπικότητα του άλλου. Τα τρία παιδιά μας, γεννημένα ανάμεσα στο 1980 και το 1993, μας έφεραν ακόμα πιο κοντά τον ένα στον άλλο και η ανατροφή τους για μένα προσωπικά ήταν ένα «σχολειό» που μου δίδαξε πάρα πολλά – κι αυτό ολόκληρο θέμα για ξεχωριστό βιβλίο...
Η τέταρτη: Πάντα έλεγα, τι κρίμα που η εμπειρία που αποκτούμε ως γονείς δεν αναγνωρίζεται στον επαγγελματικό τομέα. Εδώ το όνειρό μου ήταν, μετά την ολοκλήρωσή των σπουδών μου, να διδάξω στα τμήματα μητρικής γλώσσας για τα ελληνόπουλα που μεγαλώνουν στην Κολωνία. Έπρεπε να περάσω από διάφορους άλλους τομείς όπως π. χ. παροχή κοινωνικών συμβουλών για μετανάστες και τις οικογένειές τους, εκδόσεις βιβλίων και μετάφραση για να φτάσω στο όνειρό μου – εδώ και δυο μήνες, με ευθύνη του γερμανικού δημοσίου (και το τονίζω αυτό!!!) το ζω επιτέλους στην πραγματικότητα!
Η πέμπτη και τελευταία (προς το παρόν): Όμως οι συνθήκες ζωής για τα Ελληνόπουλα και τις οικογένειές τους έχουν αλλάξει πάρα πολύ από την εποχή που κατέφθασαν στη Γερμανία οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες. Κυρίως στην γειτονιά και στο σχολείο εκ των πραγμάτων συναναστρέφονται και παιδιά άλλων εθνοτήτων απ' όλο τον κόσμο, σε πολλές περιπτώσεις δημιουργούνται μάλιστα στενές φιλίες που οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς ούτε καν θα ονειρευόντουσαν... Παρ' όλα αυτά δεν είναι λίγες και εκείνες οι οικογένειες που επιμένουν στα παραδοσιακά σχήματα εθνικών ή θρησκευτικών αντιπάλων και οδηγούν τα παιδιά τους με αυτά σε κοινωνικά αδιέξοδα. Εδώ ανακάλυψα έναν νέο τομέα δράσης που με ενδιαφέρει πάρα πολύ και προσπαθώ μέσα από ένα διαπολιτισμικό ιστορικό-πολιτιστικό πρόγραμμα για πολίτες ελληνικής, γερμανικής, τουρκικής και αρμενικής προέλευσης να αναδείξω όσα μας χώρισαν και όσα μας ενώνουν σαν λαούς!
Επίλογος: Αρχές του φετινού Μάη διεξήχθηκε με όλες τις επισημότητες στην παλιά γερμανική Βουλή στη Βόννη μεγάλη εκδήλωση προς τιμήςν των 50 χρόνων από την υπογραφή της διακρατικής σύμβασης ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα για την απασχόληση εργατικού δυναμικού. Τα γνωστά: ομιλίες πολιτικών, πανηγυρικοί κτλ. κτλ. Προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν και οι Έλληνες της περιοχής. Πάρα πολλοί απ' αυτούς με ρωτούσαν αν θα πήγαινα. Το σκέφτηκα αρκετά καλά και αποφάσισα ότι δεν θα υποστήριζα μια τέτοια γελοιότητα, στην οποία εκείνοι που τους αφορά άμεσα, προσκλήθηκαν για να γεμίσουν την αίθουσα, αλλά ούτε σε έναν τους δεν προγραμματίσθηκε να δοθεί ο λόγος, να πάνε στο βήμα και να αφηγηθούν κάτι από όλα αυτά τα χρόνια της μετανάστευσης. Και θα είχαν τόσα να πουν... 

(πρωτοδημοσιεύθηκε στο ΟΡΙΟ - τρίμηνη έκδοση της εφημερίδας «Ολύμπιο Βήμα», Κατερίνη, τχ. Ιουλίου 2010)

Samstag, 26. Februar 2011

Για μια στιγμή μονάχα


Για μια στιγμή μονάχα αγάπησα

το γκρίζο σε όλες του τις αποχρώσεις
το σκούρο λαδί του ποταμού
τα σπίτια-γερανούς στην όχθη του
το μολυβί του γοτθικού ναού
τις μαθητριούλες που χασκογελούν
στους δρόμους και τα τραμ...

Για μια στιγμή μονάχα θέλησα

όλο τον κόσμο να σφιχταγκαλιάσω
και να του πω
πόσο τον αγαπώ!



Μα πόσο γρήγορα περνάει μια στιγμή

δεν πρόλαβα ούτε καν να λύσω
τον κόμπο στο λαιμό
που τόσο καιρό με πνίγει!

RAINER MARIA RILKE


ΣΙΩΠΗ

Ας ήταν έστω μια φορά τα πάντα σιωπηλά
ας σιωπούσαν το Τυχαίο και το Περίπου
και το γειτονικό χαμόγελο αντάμα,
ας ήταν να μη μ' ενοχλεί μες στη μακρά μου αγρύπνια
ο θόρυβος εκείνος των αισθήσεων μου -

Τότε μονάχα θα ήταν δυνατό να σε σκεφτώ
ως τα όριά σου σε σκέψη χιλιόπλοκη 
και να σε κατακτήσω (όσο ένα χαμόγελο διαρκεί),
σε όλες τις ζωές να σε χαρίσω
σαν ένα Ευχαριστώ.

(η μετάφραση δική μου)



STILL

Wenn es nur einmal so ganz stille wäre.
Wenn das Zufällige und Ungefähre
verstummte und das nachbarliche Lachen,
wenn das Geräusch, das meine Sinne machen,
mich nicht so sehr verhinderte am Wachen -

Dann könnte ich in einem tausendfachen
Gedanken bis an deinen Rand dich denken
und dich besitzen (nur ein Lächeln lang),
um dich an alles Leben zu verschenken
wie einen Dank.

Freitag, 25. Februar 2011

Η κοπέλα που έγινε νεράιδα


Κάποτε, στο μέρος που ονομάζεται γαλάζιος πλανήτης, υπήρχε μια απέραντη πολιτεία. Οι άνθρωποι ζούσαν ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Σ' όποια γωνιά του πλανήτη κι αν κατοικούσαν, ξυπνούσαν το πρωί ξεκούραστοι, άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα, αντίκρυζαν ψηλά στον ουρανό τον άρχοντα ήλιο να λάμπει κι ένιωθαν την ανάγκη να πουν μια καλημέρα... Οι περισσότεροι το 'καναν σιγοτραγουδώντας. Έπαιρνε ο άνεμος τη μελωδία κι αρμένιζε όλα τα σοκάκια να γλυκανοίξουν οι γειτόνοι τα βλέφαρα και να χαιρετίσουν τη νέα μέρα.
Οι περισσότεροι τα σπίτια τους τα είχαν αεράτα καμωμένα – μόνο με τοίχους ν' ανακοινώνουν όσα ήθελαν να μοιραστούν με τους άλλους –, κι έτσι έμπαινε κι έβγαινε όποιος φίλος ήθελε, αντάλλασαν μια δυο κουβέντες για την καθημερινότητα, σχολίαζαν την πολιτική, άκουγαν όλοι μαζί τη μουσική που τους άρεζε κι αποχαιρετιόντουσαν ως την άλλη μέρα... Καληνύχτα Μαργαρίτα, καληνύχτα Ορέστη, καλή ξεκούραση, καλό ξημέρωμα, όνειρα γλυκά – έπαιρναν κι έδιναν οι ευχές!...

Ζούσε μαζί με τους δικούς της σε μια πολιτεία του πλανήτη και μια κοπέλα που όλοι την καμάρωναν, γιατί όμοιά της δεν υπήρχε πουθενά. Είχε μία παράξενη έλξη επάνω της, κι ας μην ήταν πεντάμορφη όπως οι βασιλοπούλες των παραμυθιών, μα έξυπνη πολύ και φιλεύσπλαχνη. Όμως εκείνο για το οποίο όλοι την θάυμαζαν, ήταν επειδή αγαπούσε το δίκιο και δεν ήθελε κανείς, πουθενά να κατηγορείται άδικα!
Πολλοί είχαν μάθει για την κοπέλα αυτή και θέλησαν να τη γνωρίσουν, να τη χαιρετήσουν, να συνομιλήσουν μαζί της και να τη συμβουλευτούν. Εκείνη τους υποδέχονταν με το χαμόγελο στα χείλη, τους έβαζε να ξαποστάσουν, τους κερνούσε τα καλούδια της κι ύστερα κουβέντιαζαν ώρες πολλές ως τα χαράματα...
Μα το παράξενο ήταν, πως ενώ την αποχαιρετούσαν, δεν επέστρεφαν ξανά πίσω στον τόπο τους, γιατί τον λησμονούσαν. Λησμονούσαν την καταγωγή τους – αφού η κοπέλα τους δίδασκε πως καμία σημασία δεν έχει από πού καταγόμαστε αλλά τι φτιάχνουμε με το υλικό που φέρουμε μέσα μας... Αν αγαπάμε τους γονείς μας, τότε αγαπάμε και σεβόμαστε τους γονείς όλου του κόσμου, έλεγε, κι αν αγαπάμε τα παιδιά μας, τότε φροντίζουμε να μην πάθει κακό ποτέ κανένα παιδί στον πλανήτη μας... Κι αν αγαπάμε τον πλανήτη μας, τότε προστατεύουμε όλα τα πλάσματα που υπάρχουν πάνω του, ζώα και δέντρα, νερά κι αέρα, έλεγε...
Κάποτε έφτασε στο σπιτικό της κι ένα παλληκάρι. Κατάγονταν από εύπορη οικογένεια στην άλλη άκρη του ωκεανού και ήρθε με τρικάταρτο. Τον συνόδευαν οι πιο καλοί του φίλοι. Έχω ακούσει πολλά για σένα, της είπε, και θέλησα να σε γνωρίσω από κοντά.
Καλωσόρισες, αποκρίθηκε εκείνη, και σήκωσε το βλέμμα να τον δει. Κι αντίκρυσε δυο όμορφες γαλάζιες χάντρες να την κοιτούνε τρυφερά και δυο χείλη να της χαμογελούν ζεστά! Και τότε φτερούγισαν μέσα στα σωθικά της δυο πεταλούδες που έψαχναν από καιρό να βρουν την έξοδο...
Τη νύχτα εκείνη, το κουρασμένο απ' το ταξίδι παληκάρι και η σοφή κοπέλα δεν έκλεισαν μάτι, μήτε το στόμα τους. Μιλούσαν σαν δυο φιλαράκια που γνωριζόντουσαν από τότε που γεννήθηκαν, χωρίστηκαν για λίγο διάστημα και ξανασυναντήθηκαν. Γελούσαν κι οι δυο με τ' αστεία σχόλια του παληκαριού για όσα συνάντησε στο διάβα του, μα κάθονταν και σιωπηλοί απολαμβάνοντας νυχτιάτικες μελωδίες και κόκκινο κρασί...
Πέρασαν έτσι αρκετά μερόνυχτα!
Συνέχιζαν να καραφθάνουν καθημερινά νέοι επισκέπτες – άντρες και γυνάικες – περνούσαν μαι όμορφη βραδιά κι αποχωρούσαν, μα το παληκάρι με τα γαλάζια μάτια έρχονταν κάθε νυχτιά. Τον είχε συνηθίσει η κοπέλα και χτύπαγε η καρδιά της δυνατά όταν αργούσε λιγάκι. Σκιαζότανε η δόλια μην έπαθε τίποτα κακό!
Μα ένα βράδυ τίποτα δεν έγινε όπως πάντα, το είχε νιώσει από νωρίς η κοπέλα, είχε μια ταραχή απροσδιόριστη... Ούτε νέος επισκέπτης δε διάβηκε το κατώφλι της, ούτε το παληκάρι με τις δυο γαλάζιες λίμνες που τοσο της άρεσε να βυθίζεται, φαινόταν να 'ρχεται. Μόνο ένα μαύρο πουλί της συμφοράς φάνηκε στον ορίζοντα, τράβηξε έναν κύκλο χαμηλά κι άφησε από το ράμφος του να πέσει στην αυλή της ένας κατάλευκος φάκελλος. Έτρεξε η κοπέλα, τον σήκωσε και με κινήσεις γρήγορες τον άνοιξε: Μάζεψε ότι έχεις και δεν έχεις και δίνε του, δεν σε χωρά άλλο ο τόπος μας. Και μη διαννοηθείς να μην το κάνεις, να ξέρεις θα πεθάνει ένας αθώος!
Ταράχτηκε η κοπέλα με τα λόγια τούτα κι ο νους της πήγε αμέσως στο παληκάρι – σύντροφό της. Έτσι με βαριά καρδιά, αλλά για να μην τον βάλει σε κίνδυνο, αποφάσισε να ξενιτευτεί, να πάει σ' άλλον τόπο, να δει και άλλα μέρη, μην τύχει και ξεχαστεί και γιάνει ο πόνος της.
Όλοι οι φίλοι της βυθίστηκαν σε πένθος, μη ξέροντας την απειλή της έλεγαν να μείνει, μα εκείνη δεν τους άκουσε, ήταν ήδη φευγάτη. Τους υποσχέθηκε όμως ότι θα γυρίσει κοντά τους, σαν νιώσει πως αλλού δεν θα στεριώσει. Οι φίλοι της δεν την πίστεψαν κι αποφάσισαν να τη συνοδέψει κάποιος από τους μεγαλύτερους και σοφότερους, ώστε να πάρουν μετά μαζί το δρόμο του γυρισμού.
Έτσι κι έγινε.
Έφτασε λοιπόν η μέρα του αποχωρισμού και όλοι οι φίλοι μαζεύτηκαν για να χαιρετήσουν την κοπέλα, που είχε ετοιμαστεί για το μεγάλο ταξίδι.
Και μια και δυο κίνησαν, βάδιζε μαζί με τον συνοδό της αργά στο δρόμο, αμίλητοι στην αρχή κι οι δυο, ξεθάρρεψε αργότερα εκείνη και παρατηρούσε με μανία και θαυμασμό τις ομορφιές που έβλεπε για πρώτη φορά.
Λίγο πιο έξω από τον τόπο τους ήτανε μια πηγή. Αποφάσισαν να καθίσουν να ξεκουραστούν, μια και ο δρόμος ήταν ανηφορικός και δύσκολος.
Ο συνοδός της κάποια στιγμή σηκώθηκε και της πρότεινε να συνεχίσουν, αλλά η κοπέλα τον παρακάλεσε να καθίσουν λίγο για να προλάβει να πλυθεί και να χτενιστεί.
Ά
ρχισε να ξεπλέκει τα μαύρα της μαλλιά. Μα έτσι καθώς τα ξέπλεξε και χύθηκαν πάνω στους ώμους της, το φως του φεγγαριού που τ' άγγιξε τα έκανε ν' αστράψουν σαν ασήμι! Είδε την εικόνα της ο συνοδός, θόλωσαν τα μάτια του και άρχισε να βλέπει την κοπέλα με «κακό μάτι». Ένα μάτι όχι αγάπης και καλοσύνης όπως έκανε άλλες φορές, αλλά ένα μάτι ύπουλο, σαν θηρίο ανήμερο που ήταν έτοιμο να την κατασπαράξει.
Η κοπέλα φοβήθηκε με την αντίδραση του συνοδού της και πριν εκείνος προλάβει να την πλησιάσει και να κινηθεί προς το μέρος της, άρχισε να φωνάζει με κλάματα και λυγμούς λέγοντας σπαραχτικά:
«Βούλα και βουλόλιμνα κι εγώ στοιχειό στη λίμνα!»

Στ
η στιγμή ολόκληρος ο τόπος βούλιαξε κι έγινε λίμνη. Ενώ η κόρη έγινε νεράιδα.
Κάποιοι, λένε ότι την έχουν δει στη μέση της λίμνης, να πλένεται να λούζεται δίπλα σε μια πηγή. Άλλοι λένε πως όποιος πιστεύει στον θρύλο αυτό, μπορεί να τηνε βλέπει και τη νύχτα να γλιστράει στα γυάλινα νερά, να κολυμπάει, να λούζει τ' ασημένια της μαλλιά και να πλημμυρίζουν τα νερά της λίμνης από το φως τους...
Μονάχα όταν ο άνεμος φουσκώνει τα νερά της λίμνης και γίνονται ορμητικά και άγρια, τότε μόνον η κοπέλα βυθίζεται στον πάτο της λίμνης και μαζεύει όλη της την ενέργεια να τη στείλει στον καραβοκύρη, μην τύχει κι είναι το παληκάρι με τις γαλάζιες χάντρες και πάθει τίποτα κακό...
Ύστερα, σαν ησυχάζει η πλάση κι όλα είναι πάλι ήρεμα, κάθεται εκεί δα και τραγουδάει περίλυπα τραγούδια, κι άλλοτε κλαίει για τη μοίρα που διάλεξε η ίδια…
Πολλές φορές οι κάτοικοι, βλέπουν πάνω στη λίμνη να πέφτουν στάλες βροχής, χωρίς να βρέχει… Λένε πως είναι τα δάκρυα της νεράιδας...
Να' ναι στ' αλήθεια έτσι;...

Donnerstag, 24. Februar 2011

Rainer Maria Rilke



Απ' τον πολύ αφουγκρασμό κι από την απορία να σωπαίνεις

Απ' τον πολύ αφουγκρασμό κι από την απορία να σωπαίνεις
βαθιά-βαθύτατη ζωή μου.
για να γνωρίζεις τι σκοπεύει ο άνεμος μαζί σου,
πριν τις σημύδες δεις να τρέμουν.

Κι αν κάποτε σου μίλησε η σιωπή,
άσ' τις αισθήσεις σου να ηττηθούν.
Αφέσου, αφέσου σε κάθε της πνοή,
θα σ' αγαπήσει και στην αγκάλη της θα σε λικνίσει.

Κι ύστερα ψυχή μου, να 'σαι μακριά, πολύ μακριά,
ώστε η ζωή να σου πετύχει,
σαν ένα ρούχο βραδινό απλώσου
πάνω από τα πράγματα τα σκεπτικά

(η μετάφραση δική μου)







Vor lauter Lauschen und Staunen sei still


Vor lauter Lauschen und Staunen sei still,
du mein tieftiefes Leben;
dass du weisst, was der Wind dir will,
eh noch die Birken beben.

Und wenn dir einmal das Schweigen sprach,
lass deine Sinne besiegen.
Jedem Hauche gieb dich, gieb nach,
er wird dich lieben und wiegen.

Und dann meine Seele sei weit, sei weit,
dass dir das Leben gelinge,
breite dich wie ein Feierkleid
über die sinnenden Dinge.

Απρόσμενος


Απρόσμενος
ακάλεστος
άνεμος σαρωτικός
πέρασες από τη ζωή μου
μα δεν προσπέρασες
τρύπωσες μέσα από χαραμάδες του μυαλού
απ' της ψυχής τα σκοτεινά τα μοναπάτια
με την πνοή σου με ζωντάνεψες...