impressions

impressions
poppies in Cologne

Samstag, 29. November 2014

ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ * ULRIKE MEINHOF


ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΚΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ
(από την περίοδο: 16.6.72 έως 9.2.73)

νοιώθεις πως κομματιάζεται το κεφάλι σου (νοιώθεις το κρανίο σου να ραγίζει, να σκάει) -
νοιώθεις να σου κολλά το μεδούλι σου στο μυαλό,
νοιώθεις το μυαλό σου να συρρικνώνεται σιγά σιγά, όπως π.χ τα αποξηραμένα φρούτα
νοιώθεις πως σ' έχουν αδιάκοπα, και χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι, στην πρίζα, σαν τηλεκατευθυνόμενο –
νοιώθεις πως σου κόβουν τους συνειρμούς –
νοιώθεις πως σου βγαίνουν τα σώψυχα, όπως όταν δεν μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου –
νοιώθεις πως το κελί ταξιδεύει. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια: το κελί ταξιδεύει. Σταματά ξαφνικά το απόγιομα, όταν μπαίνει μέσα ήλιος. Μα δεν μπορείς να σταματήσεις το συναίσθημα ότι ταξιδεύεις. Δεν μπορείς να διευκρινήσεις, αν τρέμεις από τον πυρετό ή από το κρύο –
δεν μπορείς καν να διευκρινήσεις γιατί τρέμεις –
κρυώνεις.
Τεράστιες προσπάθειες για να μιλήσεις σε κανονική ένταση, όπως όταν θέλεις να μιλήσεις δυνατά, σχεδόν ουρλιάζεις –
νοιώθεις πως βουβαίνεις –
δε μπορείς πλέον να ταυτοποιήσεις τη σημασία των λέξεων, μόνο να τη μαντέψεις –
η χρήση των συριστικών σ, ζ, τσ, τζ – είναι εντελώς αφόρητη –
φύλακας, επισκέπτες, αυλή, όλα, λες κι είναι από σελουλόιντ –
κεφαλόπονος –
φλασιές –
Γραμματική, συντακτικό – δεν ελέγχονται πλέον. Γράφεις: δύο σειρές – φτάνοντας στο τέλος της δεύτερης σειράς δεν μπορείς να συγκρατήσεις την αρχή της πρώτης –
Νοιώθεις πως καίγονται τα σωθικά σου –
νοιώθεις πως κατακαίγεσαι
νοιώθεις, πώς θα 'ταν αν έλεγες, τι γίνεται, αν το ξεστόμιζες, θα ήταν σαν να τσουρούφλιζες το πρόσωπο του άλλου με ζεματιστό νερό, όπως π.χ. βραστό νερό από τανκ αυτοκινήτου, που τον σημαδεύει για μια ολόκληρη ζωή, τον παραμορφώνει –
Καλπάζουσα επιθετικότητα για την οποία δεν υπάρχει καμιά διέξοδος. Αυτό είναι το χειρότερο. Ξεκάθαρα συνειδητό ότι δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να επιζήσεις. Απόλυτη αποτυχία, άντε να την μεταφέρεις. Από τις επισκέψεις δε μένει τίποτα. Μισή ώρα αργότερα μπορείς μόνο μηχανιστικά να αναπλάσεις με το νου σου αν η επίσκεψη έλαβε χώρα σήμερα ή πριν από μια εβδομάδα –
Αντίθετα, το λουτρό μια φορά τη βδομάδα σημαίνει: για μια στιγμή ανθώ, ξεκουράζομαι – κρατά και για μερικές ώρες –
Νοιώθεις πως χρόνος και χώρος είναι αλληλένδετα –
νοιώθεις πως βρίσκεσαι σ' έναν χώρο με καθρέφτες που παραποιούν την πραγματικότητα –
τρεκλίζεις
Έπειτα: τρομερή ευφορία, δήθεν ακούς κάτι – σχετικά με την ακουστική διαφορά ημέρας-νύχτας –
Νοιώθεις πως τώρα ο χρόνος κυλά, το μυαλό διευρύνεται ξανά, το μεδούλι ξανασυρρικνώνεται – βδομάδες ολόκληρες.
Νοιώθεις πως σου έχουν γδάρει το δέρμα.

(σε δική μου μετάφραση)




BRIEF AUS DEM TOTEN TRAKT
(aus der Zeit: 16.6.72 bis 9.2.73)

das Gefühl, es explodiert einem der Kopf (das Gefühl, die Schädeldecke müßte eigentlich zerreißen, abplatzen) -
das Gefühl, es würde einem das Rückenmark ins Gehirn gepreßt,
das Gefühl, das Gehirn schrumpelte einem allmählich zusammen, wie Backobst z.B.
das Gefühl, man stünde ununterbrochen, unmerklich, unter Strom, man würde ferngesteuert -
das Gefühl, die Assoziationen würden einem weggehackt -
das Gefühl, man pißte sich die Seele aus dem Leib, als wenn man das Wasser nicht halten kann -
das Gefühl, die Zelle fährt. Man wacht auf, macht die Augen auf: die Zelle fährt; nachmittags, wenn die Sonne reinscheint, bleibt sie plötzlich stehen. Man kann das Gefühl des Fahrens nicht absetzen. Man kann nicht klären, ob man vor Fieber oder vor Kälte zittert -
man kann nicht klären, warum man zittert -
man friert.
Um in normaler Lautstärke zu sprechen, Anstrengungen, wie für lautes Sprechen, fast Brüllen -
das Gefühl, man verstummt -
man kann die Bedeutung von Worten nicht mehr identifizieren, nur noch raten -
der Gebrauch von Zisch-Lauten - s, ß, tz, z, sch - ist absolut unerträglich -
Wärter, Besuch, Hof erscheint einem wie aus Zelluloid -
Kopfschmerzen -
flashs -
Satzbau, Grammatik, Syntax - nicht mehr zu kontrollieren. Beim Schreiben: zwei Zeilen - man kann am Ende der zweiten Zeile den Anfang der ersten nicht behalten -
Das Gefühl, innerlich auszubrennen -
das Gefühl, wenn man sagen würde, was los ist, wenn man das rauslassen würde, das wäre, wie dem anderen kochendes Wasser ins Gesicht zischen, wie z.B. kochendes Tankwasser, das den lebenslänglich verbrüht, entstellt -
Rasende Aggressivität, für die es kein Ventil gibt. Das ist das Schlimmste. Klares Bewußtsein, daß man keine Überlebenschance hat; völliges Scheitern, das zu vermitteln; Besuche hinterlassen nichts. Eine halbe Stunde danach kann man nur noch mechanisch rekonstruieren, ob der Besuch heute oder vorige Woche war -
Einmal in der Woche baden dagegen bedeutet: einen Moment auftauen, erholen - hält auch für paar Stunden an -
Das Gefühl, Zeit und Raum sind ineinander verschachtelt -
das Gefühl, sich in einem Verzerrspiegelraum zu befinden -
torkeln -
Hinterher: fürchterliche Euphorie, daß man was hört - über den akustischen Tag-Nacht-Unterschied -
Das Gefühl, daß jetzt die Zeit abfließt, das Gehirn sich wieder ausdehnt, das Rückenmark wieder runtersackt - über Wochen.
Das Gefühl, es sei einem die Haut abgezogen worden.

Samstag, 22. November 2014

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ * PETER HANDKE

Τραγούδι της παιδικής ηλικίας

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
περπάταγε με χέρια κρεμασμένα,
ήθελε το ρυάκι να είναι ήρεμο ποτάμι,
και το ποτάμι χείμαρρος
και τούτη εδώ η λακκούβα με νερό, η θάλασσα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
δεν ήξερε παιδί πως ήταν,
μες στην ψυχή του ήταν όλα,
και όλες οι ψυχές ήτανε ένα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
για τίποτα δεν είχε άποψη,
καμιά συνήθεια δεν είχε,
καθόταν οκλαδόν συχνά,
εκεί που στέκονταν άρχιζε να τρέχει,
μια κορφή είχε στα μαλλιά του
και σαν το φωτογράφιζαν, δεν έκανε γκριμάτσες.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
Ήρθε ο καιρός για να ρωτήσει τα εξής:
Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πού έχει την αρχή του ο χρόνος και πού το τέλος του ο τόπος;
Είναι ένα όνειρο τελικά η ζωή κάτω απ' τον ήλιο;
Όλα όσα βλέπω, ακούω και οσμίζομαι
είναι η λάμψη μήπως ενός κόσμου πριν από τον κόσμο;
Υπάρχει πράγματι το κακό και άνθρωποι
πού είναι στ' αλήθεια οι κακοί;
Πώς γίνεται κι εγώ, που τώρα υπάρχω,
να μην υπήρχα πριν γενώ,
και πώς γίνεται κάποτε εγώ, που υπάρχω,
να μην είμαι αυτός που τώρα είμαι;

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
με το σπανάκι αναγούλιαζε, με τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο
και με το κουνουπίδι στον ατμό.
Μα σήμερα τα τρώει όλα αυτά – και όχι από ανάγκη.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
μια μέρα σε κρεβάτι ξένο ξύπνησε
τώρα όμως συμβαίνει διαρκώς,
όμορφοι του φαίνονταν πολλοί άνθρωποι
τώρα όμως μονάχα κατά τύχη,
ξεκάθαρα φαντάζονταν τον παράδεισο
τώρα όμως το πολύ να τον υποθέσει,
δε μπορούσε να μην σκέφτεται το τίποτα
σήμερα όμως ανατριχιάζει στη σκέψη αυτή.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
ενθουσιασμένο έπαιζε
τώρα όμως αφοσιώνεται σε κάτι όπως τότε, μονάχα
όταν αυτό το κάτι είναι η δουλειά του.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
για φαγητό του αρκούσαν μήλο και ψωμί,
έτσι είναι μέχρι σήμερα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
του έπεφταν τα μούρα μέσα στα χέρια, όπως συμβαίνει με τα μούρα
και σήμερα το ίδιο,
τη γλώσσα τού γρατζούναγαν τα φρέσκα καρύδια
και σήμερα το ίδιο,
είχε πάνω σε κάθε βουνό
μία λαχτάρα για ένα ψηλότερο,
σε κάθε πόλη
τη λαχτάρα για μία μεγαλύτερη
κι αυτό δεν άλλαξε ως τις μέρες μας,
έφτανε τα κεράσια στα πιο ψηλά κλαδιά, με μια ευδαιμονία
που ως σήμερα κρατά,
είχε μια συστολή απέναντι σε κάθε τι το ξένο
κι ως σήμερα την έχει,
περίμενε με αγωνία να δει το πρώτο χιόνι,
κι ακόμα περιμένει.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
πέταξε ένα ξύλο πάνω σε ένα δέντρο σα να 'ταν δόρυ,
κι εκείνο, καρφωμένο εκεί, ακόμα τρέμει.


(σε δική μου μετάφραση)




Pablo Picasso: child with a dove


Lied Vom Kindsein

Als das Kind Kind war,
ging es mit hängenden Armen,
wollte der Bach sei ein Fluß,
der Fluß sei ein Strom,
und diese Pfütze das Meer.

Als das Kind Kind war,
wußte es nicht, daß es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.

Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
saß oft im Schneidersit
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.

Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht bloß ein Traum?
Ist was ich sehe und höre und rieche
nicht bloß der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsächlich das Böse und Leute,
die wirklich die Bösen sind?
Wie kann es sein, daß ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und daß einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?

Als das Kind Kind war,
würgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedünsteten Blumenkohl.
und ißt jetzt das alles und nicht nur zur Not.

Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schön
und jetzt nur noch im Glücksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt höchstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.

Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.

Als das Kind Kind war,
genügten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.

Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnüsse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer höheren Berg,
und in jeder Stadt
die Sehnsucht nach der noch größeren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefühl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.

Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.

~~~~~
[το ποίημα αυτό ακούγεται στην αρχή της ταινίας του Βιμ Βέντερς «Τα φτερά του έρωτα» (1985)... dieses Gedicht hört man in der Eingangsszene des Films "Der Himmel über Berlin" (1985) von Wim Wenders]