impressions

impressions
Cologne, Ehrenfeld [foto by s.g.]

Montag, 22. April 2019

TELLOS FILIS * ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΗΣ



Der Übergang

Was die Menschen reifer werden lässt, sind die Verluste, ihre schwarze Kleidung. Indessen treffen sich unter der Frühlingssonne, bis dahin untereinander, völlig unbekannte Menschen und öffnen sich gegenseitig so sehr, dass ihre Tränen einen metaphysischen Kranz der Liebe zu bilden beginnen, für das Leben, das sie nun fortsetzen sollen.
Ein Kranz unter der erbarmungslosen Sonne eines vorösterlichen, orthodoxen Frühlings, wobei die ausgetrockneten Gefühle den hohen Temperaturen der Abwesenheit standhalten und zu fließendem Gewässer des Körpers werden, wegen eines, bis zu diesem Moment, unausgesprochenen Bedürfnisses dich mitzuteilen.
Dann nimmst du den Bus und, als hätte dieses unerwartete Geständnis niemals stattgefunden, fährst du ans Meer, zu den Sonnenuntergängen am Thermaischen Golfs, dort lässt du alles aus dir heraus, zusammen mit dem was du behalten möchtest, was noch in dir tief verwurzelt ist, ungeklärt, deins …
Du zählst, was in dir heil enthalten ist und was dir überflüssig erscheint. Du wirfst es ins Meer. Reinigst dein Inneres. Bereitest dich auf diesen „Übergang“, den manche „pássha“ [pésach] nennen, ohne im Grunde auf irgendeine Auferstehung zu warten
einzig auf ein „Ausharren“, nur ein „Ausharren“, ein weiteres „Ausharren“, doch nunmehr gereinigt.

(in meiner Übertragung -
original veröffentlicht am 14.4.2019, in der griechischen Zeitung Makedonia)


artwork: βιολέτα/Veilchen, by Yiannis Efthymiadis



Το πέρασμα

Οι απώλειες είναι αυτές που ωριμάζουν τους ανθρώπους, τα μαύρα ρούχα τους. Kαθώς στον ανοιξιάτικο ήλιο συναντιούνται, άνθρωποι άγνωστοι ως τότε μεταξύ τους κι ανοίγονται τόσο, που αρχίζουν τα δάκρυα τους να σχηματίζουν ένα μεταφυσικό στεφάνι αγάπης για την ζωή που οφείλουν να συνεχίσουν.
Ένα στεφάνι, κάτω από τον ανελέητο ήλιο, μιας προπασχαλιάτικης ορθόδοξης άνοιξης, με τ' αποξηραμένα αισθήματα ν' αντέχουν τις υψηλές θερμοκρασίας της απουσίας, να γίνονται ρέοντα ύδατα του σώματος, μιας ανομολόγητης ως εκείνη τη στιγμή ανάγκης, να μοιραστείς.
Μετά παίρνεις το λεωφορείο και πας, σαν να μην έχει συμβεί ποτέ αυτή η αναπάντεχη ομολογία, στη θάλασσα, εκεί στα ηλιοβασιλέματα του Θερμαϊκού, κι αφήνεσαι να ξεσπάσεις, μαζί με ό,τι απ΄ την μνήμη θες ακόμη να κρατήσεις, ό,τι ακόμη σου απομένει ριζωμένο, αξεδιάλυτο, δικό σου...
Μετράς τι περιέχεις αλώβητο και τι σου μοιάζει περιττό. Το πετάς στα κύματα. Καθαρίζεις μέσα σου. Ετοιμάζεσαι γι’ αυτό το «πέρασμα», που κάποιοι ονομάζουν «Πάσχα» μη προσδοκώντας ουσιαστικά καμιά Ανάσταση
μόνο μια «Αντοχή», μια «Αντοχή» μονάχα, μια «Αντοχή» ακόμη, καθαρός πια.

(δημοσιεύτηκε στις 14.4.2019, στην εφημερίδα Μακεδονία)

Freitag, 5. April 2019

RAINER MARIA RILKE

ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑ ΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Εξόριστος στα όρη της καρδιάς. Δες, πόσο μικρός εκεί,
δες: ο ύστερος των λέξεων τόπος, κι ακόμα πιο ψηλά,
μα πόσο μικρός επίσης, ένα τελευταίο
κτήμα συναισθημάτων. Το αναγνωρίζεις;
Εξόριστος στα όρη της καρδιάς. Πέτρινο έδαφος
κάτω απ' τα χέρια. Ανθοφορία αρκετή ακόμα εδώ· από βουβή πτώση
άγνωστο βότανο άδοντας ανθεί.
Ο γνώστης όμως; Αχ, εκείνος που είχε αρχίσει να γνωρίζει
και τώρα σιωπά, εξόριστος στα όρη της καρδιάς.
Με υγιή πεποίθηση σαν
κάτι να περιφέρεται,
κάποιο θεριό του όρους, ασφαλές,
αλλάζει και διάγει. Και το τρανό πουλί μέσα στη θαλπωρή
τους κύκλους του τραβά γύρω από των βουνοκορφών την άρνηση, την καθαρή. - Ωστόσο
δίχως περίθαλψη καμιά, εδώ στα όρη της καρδιάς...



[από την «Διαθήκη» του, σε δική μου απόδοση]


artwork: Yiannis Efthymiadis


AUSGESETZT AUF DEN BERGEN DES HERZENS

Ausgesetzt auf den Bergen des Herzens. Siehe, wie klein dort,
siehe: die letzte Ortschaft der Worte, und höher,
aber wie klein auch, noch ein letztes
Gehöft von Gefühl. Erkennst du's?
Ausgesetzt auf den Bergen des Herzens. Steingrund
unter den Händen. Hier blüht wohl einiges auf; aus stummem Absturz
blüht ein unwissendes Kraut singend hervor.
Aber der Wissende? Ach, der zu wissen begann
und schweigt nun, ausgesetzt auf den Bergen des Herzens.
Da geht wohl, heilen Bewußtseins,
manches umher, manches gesicherte Bergtier,
wechselt und weilt. Und der große geborgene Vogel
kreist um der Gipfel reine Verweigerung. - Aber
ungeborgen, hier auf den Bergen des Herzens.... 

[aus: Nachlaß]