impressions

impressions
poppies in Cologne

Freitag, 23. März 2012

HEINRICH BÖLL






Ανέκδοτο περί μείωσης του εργασιακού ηθικού
Σ' ένα λιμάνι σε μια δυτική ακτή της Ευρώπης βρίσκεται ξαπλωμένος μέσα στη βάρκα του ένας άντρας φτωχικά ντυμένος. Ένας τουρίστας, σικ ντυμένος, βάζει την ίδια στιγμή ένα καινούργιο φιλμ στη φωτογραφική του μηχανή για να φωτογραφίσει την ιδυλλιακή εικόνα: γαλάζιος ουρανός, πράσινη θάλασσα με γαλήνια κύμματα και κάτασπρο στην άκρη τους αφρό, μαύρη βάρκα, κόκκινο, ψαράδικο σκούφο. Κλικ. Και πάλι κλικ. Κι επειδή για να γίνει κάτι κάλο, πρέπει να τριτώσει, αλλά και για σιγουριά, ένα τρίτο: κλικ.
Ο στυγνός, σχεδόν εχθρικός θόρυβος ξυπνά τον ψαρά από τη χαλάρωσή του, που ανασηκώνεται και νυσταγμένος ψαχουλεύει να βρει το πακέτο με τα τσιγάρα του. Αλλά πριν ακόμα βρει αυτό που ψάχνει, του απλώνει ο επιμελής τουρίστας το χέρι μ' ένα πακέτο τσιγάρα, σχεδόν θα του έβαζε ένα τσιγάρο στο στόμα – κι ένα τέταρτο κλικ: αυτό του αναπτήρα, ολοκληρώνει την βιαστική, ευγενική χειρονομία. Εκείνο το Παραπάνω της ευγένειας που ούτε καν να μετρηθεί μπορεί, προκάλεσε μια έντονη αμηχανία, την οποία ο τουρίστας προσπαθεί να ξεπεράσει ξεκινώντας μια συνομιλία – κατέχει γαρ τη γλώσσα του τόπου.
«Σήμερα θα έχετε καλή ψαριά.»
Ο ψαράς κουνά το κεφάλι του.
«Δηλαδή, δε θα βγείτε έξω με τη βάρκα;»
Ο ψαράς ξανακουνά το κεφάλι του, η νευρικότητα του τουρίστα ανεβαίνει. Είναι σίγουρο ότι θέλει το καλό του φτωχοντυμένου ανθρώπου, τον τρώει και η λύπη για την χαμένη ευκαιρία.
«Χμμμ, δε νοιώθετε καλά, ε;»
Επιτέλους ο ψαράς περνά από τη γλώσσα των νοημάτων στον κυριολεκτικά ομιλούμενο λόγο. «Νοιώθω πάρα πολύ καλά», λέει. «Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα.» Σηκώνεται και τεντώνεται σαν να 'θελε να δείξει την αθλητική του κορμοστασιά. «Νοιώθω φανταστικά!»
Η έκφραση του προσώπου του τουρίστα γίνεται όλο και πιο δυστυχισμένη, δε μπορεί πλέον να πνίξει την ερώτηση που κοντεύει να του ραγίσει την καρδιά: «Αλλά τότε, γιατί δε βγαίνετε;»
Η απάντηση έρχεται αμέσως και είναι συντομότατη: «Γιατί βγήκα ήδη σήμερα το πρωί.»
«Είχατε καλή ψαριά;»
«Ήταν τόσο καλή, ώστε να μη χρειάζεται να ξαναβγω, είχα πολλούς αστακούς μέσα στο κοφίνια μου, σχεδόν δύο ντουζίνες σκουμπριά...» Ο ψαράς ξυπνά επιτέλους, ξεπαγώνει και χτυπά τον τουρίστα φιλικά στον ώμο. Η στενοχωρημένη έκφραση του προσώπου του άλλου του φαίνεται μεν άτοπη, αλλά γεμάτη συγκινητική φροντίδα.
«Έχω μάλιστα αρκετά και γι' αύριο και μεθαύριο», λέει για να αποφορτίσει την ξένη ψυχή. «Θα καπνίσετε ένα από τα δικά μου;»
«Ναι, ευχαρίστως.»
Τα τσιγάρα στα στόματα, ένα πέμπτο κλικ, ο ξένος κάθεται κουνώντας το κεφάλι του στην άκρη της βάρκας κι αφήνει την φωτογραφική μηχανή από το χέρι του, γιατί τώρα που θα μιλάει, χρειάζεται και τα δυο για να τονίσει τα λόγια του με χειρονομίες.
«Βέβαια δε θέλω να αναμειχθώ στις προσωπικές σας υποθέσεις», λέει, «αλλά για φανταστείτε να βγαίνατε σήμερα για δεύτερη φορά για ψάρεμα, ίσως και για τρίτη και τέταρτη και να πιάνατε τρεις, τέσσερις και πέντε ντουζίνες σκουμπριά – για φανταστείτε το λιγάκι.»
Ο ψαράς, κουνάει το κεφάλι του.
«Να βγαίνατε», συνεχίζει ο τουρίστας, «όχι μόνο σήμερα, αλλά και αύριο και μεθαύριο και γιατί όχι κάθε μέρα που θα σας ταίριαζε, δύο και τρεις, ίσως και τέσσερις φορές... ξέρετε, τι θα συνέβαινε;»
Ο ψαράς κουνάει το κεφάλι του.
«Το αργότερο σ' ένα χρόνο θα μπορούσατε ν' αγοράσετε μια μηχανή, σε δύο χρόνια μια δεύτερη βάρκα, σε τρία ή τέσσερα ίσως κι ένα μικρό ψαροκάικο... με δυο βάρκες κι ένα ψαροκάικο θα πιάνατε σίγουρα πολύ περισσότερα ψάρια – κάποτε θα είχατε δύο ψαροκάικα...», ο ενθουσιασμός του τον κάνει να χάσει για λίγες στιγμές τη φωνή του, «θα χτίζατε μια μικρή αποθήκη με ψύκτη, ίσως κι ένα καπνηστήριο, αργότερα ένα εργοστάσιο μαριναρίσματος, θα μπορούσατε να πετάτε μ' ένα ελικόπτερο πάνω από τα πελάγη και να βλέπετε πού συχνάζουν τα σμήνη ψαριών και θα στέλνατε με τον ραδιοπομπό σας τα ψαροκάικα προς τα εκεί. Θα μπορούσατε να αγοράσετε τα δικαιώματα για τον σολωμό, ν' ανοίξετε μια ψαροταβέρνα, να εξάγετε τον αστακό κατ' ευθείαν και χωρίς διαμεσολαβητή έμπορα στο Παρίσι – κι ύστερα...», ο ξένος χάνει ξανά τη φωνή του από τον ίδιο του τον ενθουσιασμό.
Κουνώντας το κεφάλι του και βαθιά στενοχωρημένος, έχοντας χάσει όλη την όρεξη για διακοπές, παρακολουθεί την παλοίρρια μέσα στην οποία χοροπηδούν ζωηρά τα άπιαστα ακόμα ψάρια. «Κι ύστερα», λέει, όμως χάνει ξανά τη φωνή του από την αναστάτωσή του.
Ο ψαράς τον χτυπά φιλικά στην πλάτη, σαν να 'ταν παιδί που κόντεψε να πνιγεί.
«Κι ύστερα;» τον ρωτά σιγανά.
«Ύστερα», λέει ο ξένος με σιωπηλό ενθουσιασμό, « ύστερα θα μπορούσατε να κάθεστε ήσυχα εδώ στο λιμάνι, να χαζεύετε στον ήλιο – και ν' αγναντεύετε την υπέροχη θάλασσα.»
«Μα αυτό το κάνω και τώρα», λέει ο ψαράς, «κάθομαι ήσυχος στο λιμάνι και χαζεύω, μόνο τα κλικ σας με ενόχλησαν.»
Κι έτσι πάιρνοντας το δίδαγμά του ο τουρίστας έφυγε σκεφτικός, γιατί παλιά είχε πιστέψει πράγματι ότι εργάζεται για να μπορεί μια μέρα να μην εργάζεται... και ούτε ίχνος συμπόνοιας δεν του 'μεινε για κείνον τον φτωχικά ντυμένο ψαρά, μονάχα μια ιδέα ζήλειας.
1963

(δική μου η μετάφραση)








Anekdote zur Senkung der Arbeitsmoral
In einem Hafen an einer westlichen Küste Europas liegt ein ärmlich gekleideter Mann in seinem Fischerboot und döst. Ein schick angezogener Tourist legt eben einen neuen Farbfilm in seinen Fotoapparat, um das idyllische Bild zu fotografieren: blauer Himmel, grüne See mit friedlichen schneeweißen Wellenkämmen, schwarzes Boot, rote Fischermütze. Klick. Noch einmal: klick. Und da aller guten Dinge drei sind und sicher sicher ist, ein drittes Mal: klick.
Das spröde, fast feindselige Geräusch weckt den dösenden Fischer, der sich schläfrig aufrichtet, schläfrig nach einer Zigarettenschachtel angelt; aber bevor er das Gesuchte gefunden, hat ihm der eifrige Tourist schon eine Schachtel vor die Nase gehalten, ihm die Zigarette nicht gerade in den Mund gesteckt, aber in die Hand gelegt, und ein viertes Klick, das des Feuerzeuges, schließt die eilfertige Höflichkeit ab. Durch jenes kaum messbare, nie nachweisbare Zuviel an flinker Höflichkeit ist eine gereizte Verlegenheit entstanden, die der Tourist - der Landessprache mächtig - durch ein Gespräch zu überbrücken versucht.
"Sie werden heute einen guten Fang machen."
Kopfschütteln des Fischers.
"Aber man hat mir gesagt, dass das Wetter günstig ist."
Kopfnicken des Fischers.
"Sie werden also nicht ausfahren?"
Kopfschütteln des Fischers, steigende Nervosität des Touristen. Gewiß liegt ihm das Wohl des ärmlich gekleideten Menschen am Herzen, nagt an ihm die Trauer über die verpasste Gelegenheit.
"Oh, Sie fühlen sich nicht wohl?"
Endlich geht der Fischer von der Zeichensprache zum wahrhaft gesprochenen Wort über. "Ich fühle mich großartig", sagt er. "Ich habe mich nie besser gefühlt." Er steht auf, reckt sich, als wolle er demonstrieren, wie athletisch er gebaut ist. "Ich fühle mich phantastisch."
Der Gesichtsausdruck des Touristen wird immer unglücklicher, er kann die Frage nicht mehr unterdrücken, die ihm sozusagen das Herz zu sprengen droht: "Aber warum fahren Sie dann nicht aus?"
Die Antwort kommt prompt und knapp. "Weil ich heute morgen schon ausgefahren bin."
"War der Fang gut?"
"Er war so gut, dass ich nicht noch einmal auszufahren brauche, ich habe vier Hummer in meinen Körben gehabt, fast zwei Dutzend Makrelen gefangen..." Der Fischer, endlich erwacht, taut jetzt auf und klopft dem Touristen beruhigend auf die Schultern. Dessen besorgter Gesichtsausdruck erscheint ihm als ein Ausdruck zwar unangebrachter, doch rührender Kümmernis.
"Ich habe sogar für morgen und übermorgen genug", sagt er, um des Fremden Seele zu erleichtern. "Rauchen Sie eine von meinen?"
"Ja, danke."
Zigaretten werden in die Münder gesteckt, ein fünftes Klick, der Fremde setzt sich kopfschüttelnd auf den Bootsrand, legt die Kamera aus der Hand, denn er braucht jetzt beide Hände, um seiner Rede Nachdruck zu verleihen.
"Ich will mich ja nicht in Ihre persönlichen Angelegenheiten mischen", sagt er, "aber stellen Sie sich mal vor, Sie führen heute ein zweites, ein drittes, vielleicht sogar ein viertes Mal aus, und Sie würden drei, vier, fünf, vielleicht gar zehn Dutzend Makrelen fangen - stellen Sie sich das mal vor."
Der Fischer nickt.
"Sie würden", fährt der Tourist fort, "nicht nur heute, sondern morgen, übermorgen, ja, an jedem günstigen Tag zwei-, dreimal, vielleicht viermal ausfahren - wissen Sie, was geschehen würde?"
Der Fischer schüttelt den Kopf.
"Sie würden sich spätestens in einem Jahr einen Motor kaufen können, in zwei Jahren ein zweites Boot, in drei oder vier Jahren vielleicht einen kleinen Kutter haben, mit zwei Booten und dem Kutter würden Sie natürlich viel mehr fangen - eines Tages würden Sie zwei Kutter haben, Sie würden...", die Begeisterung verschlägt ihm für ein paar Augenblicke die Stimme, "Sie würden ein kleines Kühlhaus bauen, vielleicht eine Räucherei, später eine Marinadenfabrik, mit einem eigenen Hubschrauber rundfliegen, die Fischschwärme ausmachen und Ihren Kuttern per Funk Anweisungen geben. Sie könnten die Lachsrechte erwerben, ein Fischrestaurant eröffnen, den Hummer ohne Zwischenhändler direkt nach Paris exportieren - und dann...", wieder verschlägt die Begeisterung dem Fremden die Sprache.
Kopfschüttelnd, im tiefsten Herzen betrübt, seiner Urlaubsfreude schon fast verlustig, blickt er auf die friedlich hereinrollende Flut, in der die ungefangenen Fische munter springen. "Und dann", sagt er, aber wieder verschlägt ihm die Erregung die Sprache.
Der Fischer klopft ihm auf den Rücken, wie einem Kind, das sich verschluckt hat.
"Was dann?" fragt er leise.
"Dann", sagt der Fremde mit stiller Begeisterung, "dann könnten Sie beruhigt hier im Hafen sitzen, in der Sonne dösen - und auf das herrliche Meer blicken."
"Aber das tu' ich ja schon jetzt", sagt der Fischer, "ich sitze beruhigt am Hafen und döse, nur Ihr Klicken hat mich dabei gestört."
Tatsächlich zog der solcherlei belehrte Tourist nachdenklich von dannen, denn früher hatte er auch einmal geglaubt, er arbeite, um eines Tages einmal nicht mehr arbeiten zu müssen, und es blieb keine Spur von Mitleid mit dem ärmlich gekleideten Fischer in ihm zurück, nur ein wenig Neid.
1963


1 Kommentar:

  1. Καταπληκτική ιστορία, με ωραιότατο δίδαγμα

    AntwortenLöschen