impressions

impressions
warm autumn colours in Cologne

Donnerstag, 8. Mai 2014

CHLOE KOUTSOUMBELLI * ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ


Kannst du mir Freude schenken? fragte sie ihn.
Sie waren beide in einem kleinen Haus, am Rande eines April, in Paris. Er malte Früchte und Wein, damit sie es miteinander teilten.
Sie waren beide sehr leicht mit den Restkleidern der Nacht angezogen. Eine kleine Zitrone blühte in ihren Haaren. Sie hatten sich noch nie berührt und trotzdem hatten sie gerade ein Holzbett am Rande eines Abgrunds geteilt.
Ich weiß nicht, sagte er ernst. Es hängt davon ab, wie sehr du dich vor mir fürchtest.
Aber wirst du es mit mir aushalten? beharrte sie. Du weißt doch, nicht alle sind so tapfer. Manche sehnen sich nach etwas Festem, sie wollen einen klaren Rahmen sehen; wenn sie Frau sagen, sollst du da sein, auf einem Stuhl am Boden festgenagelt, anwesend, vorbestimmt, glaubwürdig in ihrer Hände Form, kontrolliert und kontrollierbar und vor allem ohne Überraschungen, die das sichere Gleichgewicht bedrohen; ich aber war schon immer trüb und wechselte ständig, mal Dunst mal Eis mal Wolke und entwich durch kleine Schlüssellöcher und verflüchtigte mich im Nebel. Doch wenn ich liebte, konnte ich mich mit meinem ganzen Wesen hingeben. Denn Liquidität setzt Kondension voraus.
Ich will, dass du mir die Schattierungstechnik beibringst, sagte er ihr mutig.
Und sο verbrachten sie den Frühling zusammen in Paris.




foto: Ronny (Spiegelperplex), Ponts Des Arts, Paris 2014




Μπορείς να μου δώσεις την χαρά; τον ρώτησε.
Βρίσκονταν οι δυο σ’ ένα μικρό σπίτι, στην άκρη ενός Απρίλη, στο Παρίσι. Αυτός ζωγράφιζε φρούτα και κρασί για να τα μοιραστούν.
Ήταν και οι δύο πολύ ελαφρά ντυμένοι με τα αποφόρια της νύχτας. Ένα μικρό λεμόνι άνθιζε στα μαλλιά της. Δεν είχαν αγγιχτεί ποτέ παρόλα αυτά είχαν μόλις μοιραστεί ένα ξύλινο κρεβάτι πάνω από έναν γκρεμό.
Δεν ξέρω, είπε αυτός σοβαρά. Εξαρτάται από το πόσο με φοβάσαι.
Μπορείς όμως να με αντέξεις; επέμενε αυτή. Δεν είναι όλοι τόσο γενναίοι ξέρεις. Κάποιοι λαχταρούν την σταθερότητα, θέλουν να βλέπουν το καθαρό περίγραμμα, να λεν γυναίκα και να είσαι καρφωμένη εκεί σε μία καρέκλα στο πάτωμα, παρούσα, καθορισμένη, αξιόπιστη στο σχήμα των χεριών τους, ελεγχόμενη και ελέγξιμη και προπαντός χωρίς εκπλήξεις που απειλούν την ασφαλή ισορροπία κι εγώ πάντα ήμουν αχνή κι άλλαζα συνέχεια πότε ατμός πότε πάγος πότε σύννεφο και διέφευγα από μικρές κλειδαρότρυπες και διαχεόμουν στην ομίχλη. Όταν όμως αγαπούσα μπορούσα να δοθώ με όλη την ουσία μου. Γιατί η ρευστότητα προϋποθέτει την συμπύκνωση.
Θέλω να μου μάθεις την τέχνη των φωτοσκιάσεων, της είπε αυτός θαρραλέα.
Κι έμειναν μαζί Άνοιξη στο Παρίσι.

Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen