Dienstag, 8. September 2015

TELLOS FILIS * ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΗΣ

Anti- was auch immer

In den sonnendurchfluteten Städten
bevor noch der Sommerregen fällt
dann, wenn der Wind beginnt, an den Kreuzungen Wirren zu stiften
dort
fühlst du plötzlich, was der Spruch bedeutet
„gegen den Strom“ zu sein
na gut, da ist auch die Einsamkeit
doch mehr als das ist da das Adrenalin des Andersartigen
des Schrägen
das in dir wuchert
und da
an der Kreuzung
weißt du, dass es sich lohnt
gegen den Strom zu sein
und nicht in der Herde mit dem sinnlosen Gelächter
und der Verlegenheit
Schweigen ist gut fürs Denken
für die Umsetzung in die Praxis
ist jedoch etwas anderes erforderlich
auch wenn dir niemand folgt…

(in meiner Übersetzung, hier erstveröffentlicht)


artwork: Man Ray (aus der ersten Gedichtsammlung von Tellos Filis)


Αντι- οτιδήποτε

Στις ηλιόλουστες πόλεις
πριν από τις καλοκαιρινές βροχές
τότε που ο άνεμος αρχίζει δίνες στα σταυροδρόμια
τότε εκεί
νιώθεις ξαφνικά η φράση τι σημαίνει
„ενάντια στο ρεύμα“
ωραία έχει και μοναξιά
αλλά πιο πολύ έχει την αδρεναλίνη του διαφορετικού
του αλλόκοτου
που σε θεριεύει
τότε εκεί
στο σταυροδρόμι
ξέρεις πως αξίζει
στο κόντρα να βρίσκεσαι
κι όχι στο κοπάδι με τα χαχανητά
και την αμηχανία
η σιωπή είναι καλή για την σκέψη
για την πράξη
άλλα είναι τα απαραίτητα

ακόμη κι αν δεν σε ακολουθεί κανείς...

(από την πρώτη του ποιητική συλλογή "Αποσιωποιητική ηλικία", εκδ. bibliothèque)

Freitag, 15. Mai 2015

YIANNIS EFTHYMIADIS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ

DIE KÜSSE, DIE DU MIR NIEMALS GABST, ENTSINNE ICH

Die Küsse, die du mir niemals gabst, entsinne ich
Die Zärtlichkeiten, die ich nie erhielt
Könnte ich nur deine Hände küssen, die Medusen
Das wünsch ich mir…

Deinen Körper, den ich nie berührt, entsinne ich
Die Augen, deine steilen Abgründe
Und deine Blüten, die geschlossenen, die ich beschnupperte
Und öffnete…

(in meiner Übertragung)


art work: Gustav Klimt, the kiss


ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕΣ

Θυμάμαι τα φιλιά που δεν μου έδωσες
Τα χάδια που ποτέ δεν έχω πάρει
Ας φίλαγα τα χέρια σου, τις μέδουσες
Μακάρι...

Θυμάμαι το κορμί σου που δεν άγγιξα
Τα μάτια, τους απόκρημνους βυθούς σου
Και τους κλειστούς που μύρισα και άνοιξα
Ανθούς σου...

(από τη συλλογή του «πάνω στο σώμα σου», εκδόσεις μικρή άρκτος 2014)

Mittwoch, 29. April 2015

EVANGELOS RIGAS * ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΡΗΓΑΣ

Das Leben deiner Seele
heißt Liebe…

Η ζωή της ψυχής σου
λέγεται Έρωτας...


Im Wirbel deines Atems

Unbeherrscht die Liebe
im Wirbel deines Atems
sucht sie nach Worten
in den riesigen Wellen.
Deine Gedanken versinken
im Herzschlag deines Kiels.
Du wirst meiner sein
Du wirst meine bleiben
Αlles was geblieben ist, 
Glühwürmchen in der Dunkelheit,
zu zeigen
dass ich noch lebe.
In dieser Stunde, da die Salzlake
die Gedanken lähmt, ringen die Wörter
mit dem Tod in großer Agonie.
Die Qual des Verlustes hat
kein Ende.
Wie sollte man so viel rot aushalten!

Στη δίνη της ανάσας σου

Ακυβέρνητος ο έρωτας
στη δίνη της ανάσας σου
ψάχνει για λόγια
στα πελώρια κύματα.
Βυθίζεται ο λογισμός
στο χτυποκάρδι της καρίνας.
Δικός μου θα είσαι
Δικιά μου θα μείνεις
πυγολαμπίδες στο σκοτάδι,
ό,τι απέμεινε να δείχνει
πως είμαι ακόμα ζωντανός.
Τούτη την ώρα που η αλμύρα
νεκρώνει τη σκέψη, οι λέξεις
χαροπαλεύουν στην αγωνία.
Τέλος δεν έχει το μαρτύριο
του χαμού.
Τόσο κόκκινο πώς να τ΄ αντέξεις!


foto: Sophia Georgallidis, sleeping eros in museum of Delphi


Weißt du was?

Während du schläfst,
wenn deine Träume
sich mit dem Nebel der Morgendämmerung vermischen
schweige ich
um deinen Atem nicht schwerer zu machen
Und ich lausche dem Leben zu
das so ruhig deinem Schlaf
entspringt!
Weiß du was?
es gibt nichts
was sich mit diesem Schweigen vergleichen lässt
vielleicht nur du
so wie du mich ansiehst
wenn ich dich liebe…

Ξέρεις κάτι;

Την ώρα που κοιμάσαι,
όταν τα όνειρά σου
μπλέκονται με την ομίχλη της αυγής
σωπαίνω
για να μη βαρύνω την ανάσα σου
Κι αφουγκράζομαι τη ζωή
που αναβλύζει έτσι ήρεμα
από τον ύπνο σου!
Ξέρεις κάτι;
δεν υπάρχει τίποτα
που να συγκρίνεται με τούτη τη σιωπή
ίσως μόνο πάλι εσύ
την ώρα που με κοιτάζεις
όταν μ΄ αγαπάς...


foto: Sophia Georgallidis, sunset in Sevasti


Es gibt manche Momente

Es gibt manche Momente, immer die gleichen
kurz bevor die Sonne sich schlafen legt
da schmerzen die Körper
Es ist die Zeit, da die Sonne
die Seelen spazieren führt
Sie spüren nicht, wie sehr sie brennen
einzig und allein vergnügen sie sich.

Είναι κάτι στιγμές

Είναι κάτι στιγμές, οι ίδιες πάντα
λίγο προτού ο ήλιος κοιμηθεί
που τα κορμιά πονάνε
Είναι η ώρα που βγάζει ο ήλιος
βόλτα τις ψυχές
Δε νοιώθουν πόσο καίγονται
αυτές γλεντάνε.



foto: Sophia Georgallidis, reflections in a street of Cologne


Reflektionen

Reflektionen
helles Schweigen
unsichtbare Schatten
sie schlafwandeln in der finstersten Dunkelheit
der Vergeblichkeit.
Wo sollte ein Fluchtweg gefunden werden
wenn die Liebe
der Spiegel ist!

Αντανακλάσεις

Αντανακλάσεις
φωτεινές σιωπές
αόρατες σκιές
υπνοβατούν στο ζοφερό σκοτάδι
της ματαιότητας.
Πού να βρεθεί διαφυγή
όταν ο έρωτας
είν΄ ο καθρέφτης!


Die Liebe, die den Tod nicht fürchtet
heißt Freiheit…

Ο έρωτας που αψηφά το θάνατο
λέγεται Ελευθερία...


Wenn der Gedanke versinkt
in Schweigen nur das Herz
ringt mit den Wellen

Όταν η σκέψη βουλιάζει
μες στη σιωπή μόνο η καρδιά
παλεύει με τα κύματα

~*~*~*~

Ich lief bis ich begriff
dass ich durch kleine Schritte
meinen Himmel berührte

Έτρεχα ώσπου κατάλαβα
πως με το βάδισμα
τον ουρανό μου άγγιξα



foto: Sophia Georgallidis, light over the sea


Öllampe

Wer sagte, dass der Blitz scheint und
verschwindet?
Mitten auf hoher See brennt eine Öllampe…

Λυχνάρι

Ποιος είπε πως η αστραπή περνά και
χάνεται;
Στα μεσοπέλαγα, λυχνάρι καίει...


Gibt es Herzen?

Gedränge
im Bewusstsein der Völker
sie suchen nach einem Ausweg im Notausgang.
Viel Sprengstoff.
Gibt es Herzen?

Καρδιές υπάρχουν;

Συνωστισμός
στις συνειδήσεις των λαών
ψάχνουν διέξοδο στην έξοδο κινδύνου.
Εκρηκτικά πολλά.
Καρδιές υπάρχουν;


Nackte Wahrheit

Unsere Ideen nehmen Gestalt an
wenn wir Schneidezähne bekommen.

Γυμνή αλήθεια

Οι ιδέες μας θα αποκτήσουν σάρκα και οστά
όταν εμείς θα αποκτήσουμε κοπτήρες.


Wenn Wahrheit brennt

Wenn Wahrheit brennt
zerstört sie nicht das Licht,
sie verdeckt deine Sonne.

Όταν καίγονται οι αλήθειες

Όταν καίγονται οι αλήθειες
δε συντρίβουν το σκοτάδι,
κρύβουν τον ήλιο σου.


Vor der großen Ernte
sieht die Wurzel kein Licht

Πριν το μεγάλο θερισμό
η ρίζα φως δε βλέπει


Unheilbar die Leute sie
haben keine Antworten
für die Kinder… Vermögen denn die Steine
das Wasser zu bedecken?

Αθεράπευτος ο κόσμος δεν
έχει απάντηση να δώσει στα
παιδιά... Μπορούν οι πέτρες
να σκεπάσουν τα νερά;


foto: Biobauer, Licht hinter Gittern


Wird ins Gefängnis das Licht
eingesperrt, ist’s seine Pflicht
des Lebens Willen die Gitter zu durchbrechen

Όταν το φως στις φυλακές
το κλείνουν, καθήκον του για
τη ζωή τα σίδερα να σπάσει

~~~~~
Alle hier veröffentlichten Übersetzungen ins Deutsche wurden von mir angefertigt.
Όλα τα ποιήματα είναι από την συλλογή "Ο κήπος του Ανάγερτου", iwrite.gr publications

Donnerstag, 5. Februar 2015

BERTOLT BRECHT * ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ!

Παραχωρήσεις να σας κάνουν οι κουφοί;
Και κάτι τις να μοιραστούνε οι αχόρταγοι μαζί σας;
Θα σας ταΐζουνε οι λύκοι 
αντί να σας καταβροχθίζουν
Από ευγένεια
οι τίγρεις θε να σας προσκαλέσουν
τα δόντια να τις βγάλετε!
ΑΥΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ!


(δική μου η μετάφραση)




foto: darioinafrica.blogspot.com


WORAUF WARTET IHR!

Dass die Tauben mit sich reden lassen
und dass die Unersättlichen
Euch etwas abgeben?
Die Wölfe werden Euch nähren
statt Euch zu verschlingen.
Aus Freundlichkeit
werden die Tiger Euch einladen
ihnen die Zähne zu ziehen!
DARAUF WARTET IHR!

Mittwoch, 21. Januar 2015

JANNIS KONDOS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Die Apotheke

Ich bin glücklich, wenn ich Musik höre und in meiner alten Apotheke mit dem Porzellan, den Medikamenten und dem spärlichen Licht wohne. Ich sitze da und wiege das Gewicht von Medizin und Wörtern ab – oftmals stelle ich nicht existierende Rezepturen zusammen –, arbeite jedoch konsequent und mit beispielhafter Geduld. Ohne mich von der Stelle zu rühren, schaue ich mir durch dir trüben Scheiben die Passanten an. Ich warte darauf, dass die Tür aufgeht und das Glöckchen ertönt, damit ich mühsam mein halb gelähmtes Bein erhebe, es bis zur Eingangstür schleife und den Kunden anlächeln kann. Sobald die Tür aufgeht, stürmen andere Zeiten – vergangene und zukünftige – hinein, und einen kurzen Moment lang verliere ich das Gleichgewicht. Doch finde es gleich wieder. Dann beginne ich erneut, die Waage und meinen Körper einer Prüfung zu unterziehen. Jahre lang mache ich Nachtdienst. Habe seit tausenden von Stunden nicht mehr geschlafen. Ich trinke alle Arzneimittel (Gedichte), die ich herstelle und trotzdem sterbe ich nicht. Vielmehr komme ich zu Kräften. Ich ziehe mir den schwarzen Mantel, den schwarzen Kopf über. Draußen schneit es, niemand hört.

(aus dem Griechischen von mir übertragen)





Το φαρμακείο

Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων – εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές – όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και επόμενες – και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω. Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.

Samstag, 29. November 2014

ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ * ULRIKE MEINHOF


ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΚΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ
(από την περίοδο: 16.6.72 έως 9.2.73)

νοιώθεις πως κομματιάζεται το κεφάλι σου (νοιώθεις το κρανίο σου να ραγίζει, να σκάει) -
νοιώθεις να σου κολλά το μεδούλι σου στο μυαλό,
νοιώθεις το μυαλό σου να συρρικνώνεται σιγά σιγά, όπως π.χ τα αποξηραμένα φρούτα
νοιώθεις πως σ' έχουν αδιάκοπα, και χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι, στην πρίζα, σαν τηλεκατευθυνόμενο –
νοιώθεις πως σου κόβουν τους συνειρμούς –
νοιώθεις πως σου βγαίνουν τα σώψυχα, όπως όταν δεν μπορείς να κρατήσεις τα ούρα σου –
νοιώθεις πως το κελί ταξιδεύει. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια: το κελί ταξιδεύει. Σταματά ξαφνικά το απόγιομα, όταν μπαίνει μέσα ήλιος. Μα δεν μπορείς να σταματήσεις το συναίσθημα ότι ταξιδεύεις. Δεν μπορείς να διευκρινήσεις, αν τρέμεις από τον πυρετό ή από το κρύο –
δεν μπορείς καν να διευκρινήσεις γιατί τρέμεις –
κρυώνεις.
Τεράστιες προσπάθειες για να μιλήσεις σε κανονική ένταση, όπως όταν θέλεις να μιλήσεις δυνατά, σχεδόν ουρλιάζεις –
νοιώθεις πως βουβαίνεις –
δε μπορείς πλέον να ταυτοποιήσεις τη σημασία των λέξεων, μόνο να τη μαντέψεις –
η χρήση των συριστικών σ, ζ, τσ, τζ – είναι εντελώς αφόρητη –
φύλακας, επισκέπτες, αυλή, όλα, λες κι είναι από σελουλόιντ –
κεφαλόπονος –
φλασιές –
Γραμματική, συντακτικό – δεν ελέγχονται πλέον. Γράφεις: δύο σειρές – φτάνοντας στο τέλος της δεύτερης σειράς δεν μπορείς να συγκρατήσεις την αρχή της πρώτης –
Νοιώθεις πως καίγονται τα σωθικά σου –
νοιώθεις πως κατακαίγεσαι
νοιώθεις, πώς θα 'ταν αν έλεγες, τι γίνεται, αν το ξεστόμιζες, θα ήταν σαν να τσουρούφλιζες το πρόσωπο του άλλου με ζεματιστό νερό, όπως π.χ. βραστό νερό από τανκ αυτοκινήτου, που τον σημαδεύει για μια ολόκληρη ζωή, τον παραμορφώνει –
Καλπάζουσα επιθετικότητα για την οποία δεν υπάρχει καμιά διέξοδος. Αυτό είναι το χειρότερο. Ξεκάθαρα συνειδητό ότι δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να επιζήσεις. Απόλυτη αποτυχία, άντε να την μεταφέρεις. Από τις επισκέψεις δε μένει τίποτα. Μισή ώρα αργότερα μπορείς μόνο μηχανιστικά να αναπλάσεις με το νου σου αν η επίσκεψη έλαβε χώρα σήμερα ή πριν από μια εβδομάδα –
Αντίθετα, το λουτρό μια φορά τη βδομάδα σημαίνει: για μια στιγμή ανθώ, ξεκουράζομαι – κρατά και για μερικές ώρες –
Νοιώθεις πως χρόνος και χώρος είναι αλληλένδετα –
νοιώθεις πως βρίσκεσαι σ' έναν χώρο με καθρέφτες που παραποιούν την πραγματικότητα –
τρεκλίζεις
Έπειτα: τρομερή ευφορία, δήθεν ακούς κάτι – σχετικά με την ακουστική διαφορά ημέρας-νύχτας –
Νοιώθεις πως τώρα ο χρόνος κυλά, το μυαλό διευρύνεται ξανά, το μεδούλι ξανασυρρικνώνεται – βδομάδες ολόκληρες.
Νοιώθεις πως σου έχουν γδάρει το δέρμα.

(σε δική μου μετάφραση)




BRIEF AUS DEM TOTEN TRAKT
(aus der Zeit: 16.6.72 bis 9.2.73)

das Gefühl, es explodiert einem der Kopf (das Gefühl, die Schädeldecke müßte eigentlich zerreißen, abplatzen) -
das Gefühl, es würde einem das Rückenmark ins Gehirn gepreßt,
das Gefühl, das Gehirn schrumpelte einem allmählich zusammen, wie Backobst z.B.
das Gefühl, man stünde ununterbrochen, unmerklich, unter Strom, man würde ferngesteuert -
das Gefühl, die Assoziationen würden einem weggehackt -
das Gefühl, man pißte sich die Seele aus dem Leib, als wenn man das Wasser nicht halten kann -
das Gefühl, die Zelle fährt. Man wacht auf, macht die Augen auf: die Zelle fährt; nachmittags, wenn die Sonne reinscheint, bleibt sie plötzlich stehen. Man kann das Gefühl des Fahrens nicht absetzen. Man kann nicht klären, ob man vor Fieber oder vor Kälte zittert -
man kann nicht klären, warum man zittert -
man friert.
Um in normaler Lautstärke zu sprechen, Anstrengungen, wie für lautes Sprechen, fast Brüllen -
das Gefühl, man verstummt -
man kann die Bedeutung von Worten nicht mehr identifizieren, nur noch raten -
der Gebrauch von Zisch-Lauten - s, ß, tz, z, sch - ist absolut unerträglich -
Wärter, Besuch, Hof erscheint einem wie aus Zelluloid -
Kopfschmerzen -
flashs -
Satzbau, Grammatik, Syntax - nicht mehr zu kontrollieren. Beim Schreiben: zwei Zeilen - man kann am Ende der zweiten Zeile den Anfang der ersten nicht behalten -
Das Gefühl, innerlich auszubrennen -
das Gefühl, wenn man sagen würde, was los ist, wenn man das rauslassen würde, das wäre, wie dem anderen kochendes Wasser ins Gesicht zischen, wie z.B. kochendes Tankwasser, das den lebenslänglich verbrüht, entstellt -
Rasende Aggressivität, für die es kein Ventil gibt. Das ist das Schlimmste. Klares Bewußtsein, daß man keine Überlebenschance hat; völliges Scheitern, das zu vermitteln; Besuche hinterlassen nichts. Eine halbe Stunde danach kann man nur noch mechanisch rekonstruieren, ob der Besuch heute oder vorige Woche war -
Einmal in der Woche baden dagegen bedeutet: einen Moment auftauen, erholen - hält auch für paar Stunden an -
Das Gefühl, Zeit und Raum sind ineinander verschachtelt -
das Gefühl, sich in einem Verzerrspiegelraum zu befinden -
torkeln -
Hinterher: fürchterliche Euphorie, daß man was hört - über den akustischen Tag-Nacht-Unterschied -
Das Gefühl, daß jetzt die Zeit abfließt, das Gehirn sich wieder ausdehnt, das Rückenmark wieder runtersackt - über Wochen.
Das Gefühl, es sei einem die Haut abgezogen worden.

Samstag, 22. November 2014

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ * PETER HANDKE

Τραγούδι της παιδικής ηλικίας

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
περπάταγε με χέρια κρεμασμένα,
ήθελε το ρυάκι να είναι ήρεμο ποτάμι,
και το ποτάμι χείμαρρος
και η θάλασσα τούτη εδώ η λακκούβα με νερό.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
δεν ήξερε παιδί πως ήταν,
μες στην ψυχή του ήταν όλα,
και όλες οι ψυχές ήτανε ένα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
για τίποτα δεν είχε άποψη,
καμιά συνήθεια δεν είχε,
καθόταν οκλαδόν συχνά,
εκεί που στέκονταν άρχιζε το τρέξιμο,
μία κορφή είχε στα μαλλιά του
και σαν το φωτογράφιζαν, δεν έκανε γκριμάτσες.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
Ήρθε ο καιρός για να ρωτήσει τα εξής:
Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πού έχει την αρχή του ο χρόνος και πού το τέλος του ο τόπος;
Είναι ένα όνειρο τελικά η ζωή κάτω απ' τον ήλιο;
Όλα όσα βλέπω, ακούω και οσμίζομαι
είναι η λάμψη μήπως ενός κόσμου πριν από τον κόσμο;
Υπάρχει πράγματι το κακό και άνθρωποι
πού είναι στ' αλήθεια οι κακοί;
Πώς γίνεται κι εγώ, που τώρα υπάρχω,
να μην υπήρχα πριν γενώ,
και πώς γίνεται κάποτε εγώ, που υπάρχω,
να μην είμαι αυτός που τώρα είμαι;

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
με το σπανάκι αναγούλιαζε, με τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο
και με το κουνουπίδι στον ατμό.
Μα σήμερα τα τρώει όλα αυτά – και όχι από ανάγκη.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
μια μέρα σε κρεβάτι ξένο ξύπνησε
τώρα όμως συμβαίνει διαρκώς,
όμορφοι του φαίνονταν πολλοί άνθρωποι
τώρα όμως μονάχα κατά τύχη,
ξεκάθαρα φαντάζονταν τον παράδεισο
τώρα όμως το πολύ να τον υποθέσει,
δε μπορούσε να μην σκέφτεται το τίποτα
σήμερα όμως ανατριχιάζει στη σκέψη αυτή.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
ενθουσιασμένο έπαιζε
τώρα όμως αφοσιώνεται σε κάτι όπως τότε, μονάχα
όταν αυτό το κάτι είναι η δουλειά του.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
για φαγητό του αρκούσαν μήλο και ψωμί,
έτσι είναι μέχρι σήμερα.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
του έπεφταν τα μούρα μέσα στα χέρια, όπως συμβαίνει με τα μούρα
και σήμερα το ίδιο,
τη γλώσσα τού γρατζούναγαν τα φρέσκα καρύδια
και σήμερα το ίδιο,
είχε πάνω σε κάθε βουνό
μία λαχτάρα για ένα ψηλότερο,
σε κάθε πόλη
τη λαχτάρα για μία μεγαλύτερη
κι αυτό δεν άλλαξε ως τις μέρες μας,
έφτανε τα κεράσια στα πιο ψηλά κλαδιά, με μια ευδαιμονία
που ως σήμερα κρατά,
είχε μια συστολή απέναντι σε κάθε τι το ξένο
κι ως σήμερα την έχει,
περίμενε με αγωνία να δει το πρώτο χιόνι,
κι ακόμα περιμένει.

Όταν παιδί ήταν το παιδί,
πέταξε ένα ξύλο πάνω σε ένα δέντρο σα να 'ταν δόρυ,
κι εκείνο, καρφωμένο εκεί, ακόμα τρέμει.


(σε δική μου μετάφραση)




Pablo Picasso: child with a dove


Lied Vom Kindsein

Als das Kind Kind war,
ging es mit hängenden Armen,
wollte der Bach sei ein Fluß,
der Fluß sei ein Strom,
und diese Pfütze das Meer.

Als das Kind Kind war,
wußte es nicht, daß es Kind war,
alles war ihm beseelt,
und alle Seelen waren eins.

Als das Kind Kind war,
hatte es von nichts eine Meinung,
hatte keine Gewohnheit,
saß oft im Schneidersit
lief aus dem Stand,
hatte einen Wirbel im Haar
und machte kein Gesicht beim fotografieren.

Als das Kind Kind war,
war es die Zeit der folgenden Fragen:
Warum bin ich ich und warum nicht du?
Warum bin ich hier und warum nicht dort?
Wann begann die Zeit und wo endet der Raum?
Ist das Leben unter der Sonne nicht bloß ein Traum?
Ist was ich sehe und höre und rieche
nicht bloß der Schein einer Welt vor der Welt?
Gibt es tatsächlich das Böse und Leute,
die wirklich die Bösen sind?
Wie kann es sein, daß ich, der ich bin,
bevor ich wurde, nicht war,
und daß einmal ich, der ich bin,
nicht mehr der ich bin, sein werde?

Als das Kind Kind war,
würgte es am Spinat, an den Erbsen, am Milchreis,
und am gedünsteten Blumenkohl.
und ißt jetzt das alles und nicht nur zur Not.

Als das Kind Kind war,
erwachte es einmal in einem fremden Bett
und jetzt immer wieder,
erschienen ihm viele Menschen schön
und jetzt nur noch im Glücksfall,
stellte es sich klar ein Paradies vor
und kann es jetzt höchstens ahnen,
konnte es sich Nichts nicht denken
und schaudert heute davor.

Als das Kind Kind war,
spielte es mit Begeisterung
und jetzt, so ganz bei der Sache wie damals, nur noch,
wenn diese Sache seine Arbeit ist.

Als das Kind Kind war,
genügten ihm als Nahrung Apfel, Brot,
und so ist es immer noch.

Als das Kind Kind war,
fielen ihm die Beeren wie nur Beeren in die Hand
und jetzt immer noch,
machten ihm die frischen Walnüsse eine rauhe Zunge
und jetzt immer noch,
hatte es auf jedem Berg
die Sehnsucht nach dem immer höheren Berg,
und in jeder Stadt
die Sehnsucht nach der noch größeren Stadt,
und das ist immer noch so,
griff im Wipfel eines Baums nach dem Kirschen in einemHochgefühl
wie auch heute noch,
eine Scheu vor jedem Fremden
und hat sie immer noch,
wartete es auf den ersten Schnee,
und wartet so immer noch.

Als das Kind Kind war,
warf es einen Stock als Lanze gegen den Baum,
und sie zittert da heute noch.

~~~~~
[το ποίημα αυτό ακούγεται στην αρχή της ταινίας του Βιμ Βέντερς «Τα φτερά του έρωτα» (1985)... dieses Gedicht hört man in der Eingangsszene des Films "Der Himmel über Berlin" (1985) von Wim Wenders]

YIANNIS EFTHYMIADIS * ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, 20

20  Wenn dieses Gedicht über die Jahrhunderte hinweg besteht  wenn jemand zufällig seine Seite aufschlägt  und diese Worte liest  wird denn ...