impressions

impressions
November days in Cologne * foto by s.g.2020

Samstag, 19. Juni 2021

NIKOS KYRIAKIDIS * ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

RADFAHRERIN?

 

In jedem anderen Fall würde ich es als versponnen bezeichnen.

Sie kam auf einem Fahrrad

In der Fußgängerzone.

Höchstwahrscheinlich hatte es eine normale Straße unter dem Pflaster gegeben

Sie war in Gedanken verloren – dem Fahrrad nicht nahe stehend

Jedenfalls war sie still

Ein leichtes Lächeln am Mundwinkel

Und ich glaube, es trug dazu bei …

Der Typ am Nebentisch

sagte nicht noch einmal „lieb dich“
Er sprach ein langgezogenes „Ich liebe dich“ aus.

Gleichzeitig schwächten auch die langweiligen Späßchen in der Runde ab

Bis sie ganz erloschen.

Es ereigneten sich weitere zwei-drei nennenswerte Dinge,

die, wenn ich es im Nachhinein überlege, auf sie zurückzuführen sind:

Sagen wir, ein Mann mittleren Alters

ging früher als geplant

Eine bakteriophobe Frau

umarmte spontan den Mann im Sterbebett.

Es muss daran liegen, dass die Stabilität nur in Bewegung erreicht wird

Wie das starke Liebesverlangen in Paniksituationen

Der Durst an der Zunge der Wasserschlangen,

neben den Steinen.

Also, werde ich sie nicht als „Radfahrerin“ betrachten,

was ich süßlich finde.

Ich werde mich an sie als einen Apfel erinnern

mit dem Stängel gebeugt

zu einer Wand.

 

(in meiner Übertragung)

 

 


 

 

ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ;

 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα το θεωρούσα γραφικότητα.

Ήρθε πάνω στο ποδήλατο

Ήταν και πεζόδρομος.

Το πιο πιθανό είναι να υπήρξε δρόμος κανονικός πριν τα πλακάκια

Να είχε αφεθεί σε άσχετες του ποδηλάτου σκέψεις.

Πάντως ήταν σιωπηλή

Χαμογέλασε ελάχιστα από τη γωνία

Και νομίζω πως συνέβαλε …

Ο τύπος απ’ το διπλανό τραπέζι,

δεν ξαναείπε «σ΄ αγαπώ»

Είπε μακρόσυρτα, «σ΄ αγαπάω».

Ταυτόχρονα το βαρετό καλαμπούρι άρχισε ν’ αρρωσταίνει στην παρέα

Μέχρι που πέθανε.

Έγιναν και δυο-τρία ακόμη άξια λόγου πράγματα,

που τώρα πιστεύω πως της οφείλονται:

Ας πούμε, ένας μεσήλικας

έφυγε πιο σύντομα απ’ το προγραμματισμένο

Κάποια μικροβιοφοβική

αγκάλιασε σχεδόν αυθόρμητα, τον ετοιμοθάνατο.

Πρέπει να είναι πως η σταθερότητα υπάρχει μόνον εν κινήσει

Όπως ο βαθύς έρωτας στους πανικούς

Η δίψα στις γλώσσες των νερόφιδων,

δίπλα στα πέτρες.

Άρα δεν θα τη θεωρήσω «ποδηλάτισσα’»,

που το βρίσκω γλυκερό.

Θα την θυμάμαι σαν μήλο

με γυρμένο το κοτσάνι,

σ΄ έναν τοίχο.

 

[αδημοσίευτο]

 

Sonntag, 21. März 2021

TELLOS FILIS * ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΗΣ

 Orangefarben

 Eine orangefarbene Rettungsweste ist kein Wahlzettel

sie ist ein Stück Stoff, keinesfalls das goldene Vlies

niemand wird eine Argonautenfahrt organisieren, um sie zurückzuholen

Sie wird am Strand liegen bleiben und das Meer wird sie an sich reißen,

damit wir uns nicht erinnern wie und warum

Sie wird ohne Protokollnummer in die Geschichte eingehen.

 

Sie ist alles was von der Odyssee zurückbleibt, Seite 35,

Absatz zwei über die Menschenrechte,

Ich kann die Wörter nicht entziffern, die Tintenschrift wurde vom Wasser verwischt.

 

Eine orangefarbene Rettungsweste ist Material zum Träumen

verschmutzt durch die Wirklichkeit

sie ist die unvermeidliche Verzweiflung

die nicht berücksichtigt das danach ihrer Flucht

 

Eine orangefarbene Rettungsweste sind die diesjährigen Schwalben

die ankommen werden, um erneut ihr Nest zu bauen

ohne sich Gedanken zu machen über das Mikroklima der Region,

falls sie ihr Leid und den Seelenschmerz überwinden.

 

Eine orangefarbene Rettungsweste fürchtet sich nicht vor der Pandemie,

den Impfungen, den Quarantänen, der gnädigen Melancholie

Sie hat Angst vor den überfüllten Intensivstationen der Nicht-Verständigung,

des Gewinns, der Ökonomie und der Heuchelei,

sie fürchtet sich vor den Anstellungen von Arbeitskräften für Repressalien,

vor dem Desinteresse für die Gesundheit.

 

Eine orangefarbene Rettungsweste am Strand

ist alles was einem ganzen Land

sein Existenzalibi bescheren vermag

ein Land, das sich viel Zeit nimmt, Verbrecher zu verurteilen,

das Mörder frei laufen lässt,

Doch es bleibt mittellos

in den Händen das Krummschwert haltend

sowie die Institutionen und die Gesetzesordnung

-vor allem die Gesetzesordnung-

seiner Beschlüsse

Ein Alibi für seine Jugend, seine Zukunft und

die Flehenden, die zu ihm flüchten.

 

Eine orangefarbene Rettungsweste ist die Hybris unserer Zeit.

… und die Nemesis, die vor der Türe steht.

 

[in meiner Übertragung]


Foto: dpa


Χρώματος Πορτοκαλί

Ένα πορτοκαλί σωσίβιο, δεν είναι ψηφοδέλτιο

είναι ένα κομμάτι ύφασμα, δεν είναι χρυσόμαλλο δέρας

κανείς δεν θα οργανώσει αργοναυτική εκστρατεία να το φέρει πίσω

θα μείνει στην ακτή, να το πάρει η θάλασσα,

να μη θυμόμαστε το πώς και το γιατί

Θα μείνει χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου στην Ιστορία.

 

Είναι ό,τι απομένει από την Οδύσσεια, σελίδα 35,

δεύτερη παράγραφος ανθρώπινων δικαιωμάτων

Δεν ξεχωρίζω τις λέξεις, το νερό έχει λιώσει το μελάνι.

 

Ένα πορτοκαλί σωσίβιο είναι υλικό ονείρου

που λερώθηκε με την πραγματικότητα

είναι αυτή η αναπόφευκτη απελπισία

που δεν υπολογίζει το μετά της φυγής της.

 

Ένα πορτοκαλί σωσίβιο είναι τα φετινά χελιδόνια

που θα ’ρθουν να χτίσουνε φωλιές απ’ την αρχή

χωρίς να σκεφτούν το μικρόκλιμα της περιοχής,

αν επιζήσουν της θλίψεως.

 

Ένα πορτοκαλί σωσίβιο δεν φοβάται την πανδημία,

τα εμβόλια, τους εγκλεισμούς, την σπλαχνική μελαγχολία

Φοβάται τις γεμάτες μονάδες εντατικής ασυνεννοησίας,

κέρδους, οικονομίας και υποκρισίας,

τις προσλήψεις για καταστολή

την αδιαφορία για υγεία.

 

Ένα πορτοκαλί σωσίβιο στην ακτή

είναι ό,τι μπορεί να δώσει άλλοθι ύπαρξης

σε μια ολόκληρη χώρα

που αργοπορεί να δικάσει εγκληματίες,

αφήνει λεύτερους δολοφόνους

Aλλά παραμένει αδέκαστη

με την ρομφαία της δικαιοσύνης στα χέρια,

τους θεσμούς και το νομότυπο

-προπάντων το νομότυπο-

των αποφάσεών της

Στα νιάτα της, στο μέλλον της και

στους ικέτες που προστρέχουνε σ’ αυτήν.

 

Ένα πορτοκαλί σωσίβιο είναι η Ύβρις των χρόνων μας

…κι η Νέμεσις που καταφτάνει.

 

Τέλλος Φίλης ©
[πρωτοδημοσιεύθηκε στα ελληνικά σήμερα (21/3/2021) για την παγκόσμια ημέρα της ποίησης στην ιστοσελίδα της ομάδας Rosa]

Sonntag, 3. Januar 2021

FRIEDRICH RÜCKERT

Ο κόσμος μ’ έχει χάσει*

Ο κόσμος μ’ έχει χάσει,
Πολύ χρόνο μαζί του ξόδεψα,
Πάει καιρός που νέα μου δεν έχει μάθει,
Μάλλον θα πιστεύει ότι πέθανα!

Και δεν μου καίγεται καρφί,
Αν νεκρό με θεωρεί,
Και ούτε καν μπορώ να φέρω αντίλογο σ’ αυτό,
Γιατί στ’ αλήθεια έχω πεθάνει για τον κόσμο.

Έχω πεθάνει για τον κόσμο τον πολύ,
Και αναπαύομαι σε μία χώρα σιωπηλή,
Μένω μονάχος στον δικό μου ουρανό,
Σε ό,τι αγαπώ, σε ό,τι τραγουδώ!


(σε δική μου απόδοση)


 

foto: sophia Georgallidis

 

Ich bin der Welt abhanden gekommen*

Ich bin der Welt abhanden gekommen,
Mit der ich sonst viele Zeit verdorben,
Sie hat so lange nichts von mir vernommen,
Sie mag wohl glauben, ich sei gestorben!

Es ist mir auch gar nichts daran gelegen,
Ob sie mich für gestorben hält,
Ich kann auch gar nichts sagen dagegen,
Denn wirklich bin ich gestorben der Welt.

Ich bin gestorben dem Weltgetümmel,
Und ruh' in einem stillen Gebiet!
Ich leb' allein in meinem Himmel,
In meinem Lieben, in meinem Lied!


*έχει μελοποιηθεί από τον Gustav Mahler
*gehört zu den von Gustav Mahler vertonten Gedichten

Freitag, 4. Dezember 2020

RAINER MARIA RILKE

Ε, εσύ γείτονα θεέ

Ε, εσύ γείτονα θεέ, όταν κάποιες φορές
τις νύχτες τις ατέλειωτες σε ενοχλώ τον τοίχο σου χτυπώντας
το κάνω επειδή σ’ ακούω σπάνια να αναπνέεις
και ξέρω: Είσαι μονάχος σου στην αίθουσα.
Και πως αν κάτι χρειαστείς δεν είν’ εκεί κανείς
να σου προσφέρει ένα ποτό να πιεις:
πάντα σε αφουγκράζομαι. Στείλε ένα σημείο.
Είμαι σιμά σου.

Μονάχα ένας λεπτός τοίχος μας χωρίζει,
Κι αυτό είναι εντελώς τυχαίο, γιατί θα ήταν δυνατό:
μόνο ένα κάλεσμα απ’ το δικό σου μα κι από το δικό μου στόμα
για να τον ρίξει
χωρίς κανένα θόρυβο, μήτ’ έναν φθόγγο.

Έχει χτιστεί απ’ τις εικόνες σου.

Και οι εικόνες σου στέκουν εμπρός σου ωσάν ονόματα.
Κι όταν ανάψει μια φορά το φως εντός μου,
κείνο που μέσα μου βαθιά σε αναγνωρίζει,
όμοια με λάμψη σπαταλιέται πάνω στα κάδρα τους.

Και οι αισθήσεις μου που γρήγορα παραλύουν,
μένουν απάτριδες και από σένα χωρισμένες.


(σε δική μου μετάφραση)


foto: sophia georgallidis


Du, Nachbar Gott

 

Du, Nachbar Gott, wenn ich dich manches Mal
in langer Nacht mit hartem Klopfen störe, -
so ists, weil ich dich selten atmen höre
und weiß: Du bist allein im Saal.
Und wenn du etwas brauchst, ist keiner da,
um deinem Tasten einen Trank zu reichen:
ich horche immer. Gib ein kleines Zeichen.
Ich bin ganz nah.

Nur eine schmale Wand ist zwischen uns,
durch Zufall; denn es könnte sein:
ein Rufen deines oder meines Munds -
und sie bricht ein
ganz ohne Lärm und Laut.

Aus deinen Bildern ist sie aufgebaut.

Und deine Bilder stehn vor dir wie Namen.
Und wenn einmal in mir das Licht entbrennt,
mit welchem meine Tiefe dich erkennt,
vergeudet sichs als Glanz auf ihren Rahmen.


Und meine Sinne, welche schnell erlahmen,
sind ohne Heimat und von dir getrennt.


22.9.1899, Berlin-Schmargendorf

Freitag, 10. Juli 2020

RAINER MARIA RILKE


Υπομονή

Πρέπει στα πράγματα ν’ αφήσεις
τη δική τους, σιωπηλή
ανενόχλητη εξέλιξη,
που από μέσα βαθιά βγαίνει
κι από τίποτα δεν μπορεί να πιεσθεί
μα ούτε και να επισπευθεί,
το παν είναι να κυοφορηθεί – και
ύστερα να γεννηθεί…

Όπως το δέντρο να ωριμάσει,
που δεν πιέζει τους χυμούς του
και στέκεται άνετα καταμεσής στις θύελλες της Άνοιξης,
δίχως κανένα φόβο
πως ίσως το θέρος δεν θ’ ακολουθούσε.

Αφού είναι σίγουρο πως θα ρθει!

Αλλά έρχεται στους υπομονετικούς,
καθώς προσμένουν, λες και στέκονταν
μπρος στην αιωνιότητα,
την τόσο ανέμελη, σιωπηλή κι απέραντη…

Πρέπει να έχεις υπομονή

Με το άλυτο μες στην καρδιά σου,
και να προσπαθήσεις ο ίδιος ν’ αγαπήσεις τις ερωτήσεις
ωσάν κλειδωμένες κάμαρες,
και σαν βιβλία που είναι γραμμένα
σε μια πολύ ξένη γλώσσα.

Το παν είναι να τα ζήσεις όλα.
Όταν ζεις τις ερωτήσεις τότε ίσως και να εισχωρήσεις αργά αργά
δίχως να το προσέξεις,
μιαν άγνωστη μέρα
και μέσα στις απαντήσεις.

(δική μου η απόδοση στα ελληνικά)


foto: s. g.

Geduld

Man muss den Dingen
die eigene, stille
ungestörte Entwicklung lassen,
die tief von innen kommt
und durch nichts gedrängt
oder beschleunigt werden kann,
alles ist austragen – und
dann gebären...

Reifen wie der Baum,
der seine Säfte nicht drängt
und getrost in den Stürmen des Frühlings steht,
ohne Angst,
dass dahinter kein Sommer
kommen könnte.

Er kommt doch!

Aber er kommt nur zu den Geduldigen,
die da sind, als ob die Ewigkeit
vor ihnen läge,
so sorglos, still und weit...

Man muss Geduld haben

Mit dem Ungelösten im Herzen,
und versuchen, die Fragen selber lieb zu haben,
wie verschlossene Stuben,
und wie Bücher, die in einer sehr fremden Sprache
geschrieben sind.


Es handelt sich darum, alles zu leben.
Wenn man die Fragen lebt, lebt man vielleicht allmählich,
ohne es zu merken,
eines fremden Tages
in die Antworten hinein.